Monday, March 26, 2001

Το νησί 1 - Η Πρόταση

Η νύχτα που σκέπαζε το νησί φαινόταν μαγευτική και κάτω από τούτη την ολοκληρωμένη πανσέληνο αυτός και εκείνη ταξίδευαν με μεγάλη λαχταρά για τη κρυφή παραλία πίσω από το κάστρο...

Για εκείνη ήταν η πρώτη φορά που θα έβλεπε ένα αληθινά τόσο ωραίο μέρος σαν ξεχασμένο από Θεούς και ανθρώπους λίγα μετρά από το Κάστρο Για εκείνον πάλι, ήταν η πρώτη φορά μετά από χρόνια που θα ξαναπήγαινε εκεί, αυτή τη φορά με κάποιον που πίστευε εκείνος ότι πραγματικά το άξιζε. Η τελευταία φορά είχε αποβεί άκρως τραυματική και η αλήθεια ήταν πως δεν ήθελε να απασχολεί το μυαλό του με αυτή. Τώρα είχε αλλάξει... Χρόνια μετά από τότε και δυο χρόνια μαζί της είχε καταφέρει τόσο να αποδιώξει τον πόνο του όσο και να δώσει τη τελευταία πινελιά στη καριέρα του. Μαζί της είχε ξανά – ανακαλύψει τις χάρες και τις ομορφιές της ζωής. Την αγαπούσε, η μοναδική γυναίκα μετά από εκείνη την άλλη πριν τόσα χρόνια.

Εκείνη είχε φοβερό τρακ γιατί εκτός από το ότι θα την πήγαινε σε ένα μέρος αδιαμφισβήτητης ομορφιάς, ήξερε ακριβώς τι σήμαινε για αυτόν, αλλά διάβολε, την είχε αναγκάσει να κάνουν όλη την διαδρομή με κλειστά τα μάτια έτσι που δεν μπορούσε να δει τίποτα και δεν μπορούσε να καταλάβει που πήγαιναν. Πάραυτα, της είχε δώσει την άδεια να μιλάει και όποτε ήταν συνεχεία με μια ερώτηση στο στόμα πράγμα που ώρες – ώρες ήταν φοβερά εκνευριστικό.
Ακόμη και κάτω από αυτές τις συνθήκες όμως τον εμπιστευόταν απόλυτα. Δεν φοβόταν τίποτα με αυτόν διπλά της όχι πως ήταν δυνατός και ήξερε όλες τις πολεμικές τέχνες ούτε πως είχε τα εκατομμύρια των ονείρων και πρόσφερε οικονομική σταθερότητα άλλωστε, τα δυο προηγούμενα χρόνια που ζούσαν μαζί στο σπίτι, στην Αθηνά, παρότι εκείνος ήθελε και έλεγε ότι μπορούσε να καλύψει τα έξοδα μόνος του, εκείνη ποτέ δεν τον είχε αφήσει. Όμως ήταν κάτι άλλο, αυτή η απλή πολυπλοκότητα του, αυτή η ιδιαίτερη στάση του απέναντι στα πράγματα, η απόλυτη εμπιστοσύνη που της έδειχνε στις πιο τρελές και ανείπωτες στιγμές της έδινε την δύναμη να τον εμπιστεύεται απόλυτα, στο τέλος του κόσμου.

Για αυτό δεν την πείραζε που ήταν έτσι το ταξίδι άλλωστε ήξερε και εν μέρει κατανοούσε την μανία του να δίνει στα πάντα μια χροιά μυστικιστική και ξενική, αλλά μέσα της εμφώλευε το συναίσθημα ότι αυτή τη φορά θα ήταν τελείως διαφορετική από τις άλλες, κάτι της έλεγε ότι μετά το σημερινό η ζωή τους θα άλλαζε τελείως. Και εκείνος ενώ θα έπρεπε να κοιτάζει με μεγάλη προσοχή το δρόμο καθώς μέχρι την μικρή κωμόπολη που θα έμεναν ήταν κακοτράχαλος και γεμάτος στροφές, ψαχούλευε συνεχώς το δαχτυλίδι στην τσέπη του για να δει ότι ήταν εκεί. Είχε συνεχώς το φόβο ότι θα το έχανε κάπου ή θα το ξέχναγε όταν θα σταματούσαν για καφέ στο δρόμο. Όμως αυτό ήταν πάντα εκεί, μέσα στο άσπρο κουτί που το είχε αγοράσει παρέμενε στην τσέπη του λες και περίμενε καρτερικά την στιγμή ακριβώς που θα το έβγαζε... Το βραδύ, θα της έκανε την πρόταση το είχε αποφασίσει...

Σε λίγο έμπαιναν στην μικρή κωμόπολη του νησιού. Της το ανακοίνωσε και της είπε πως μόλις πάρκαρε θα μπορούσε να βγάλει το μαντήλι από τα ματιά της. Εκείνη το δέχτηκε με μεγάλη χαρά και ανυπομονησία.

Πάρκαρε. Κατέβηκε από το αμάξι και πήγε στην άλλη πόρτα, της άνοιξε, την έβαλε απέναντι από το κάστρο και της αφαίρεσε το μαντήλι. Εκείνη άνοιξε σιγά σιγά τα μάτια της και έμεινε για λίγο σαν άγαλμα πλασμένο από το χέρι του θεού και όχι ανθρώπου. Το κάστρο ήταν επιβλητικό. Ένας μακρύς δρόμος απλωνόταν μπροστά τους μέχρι το κάστρο το οποίο φαινόταν να στέκεται στην άκρη της στεριάς πάνω σε έναν βράχο. Μα όχι, ήταν ως ολόκληρο να ήταν σμιλευμένο πάνω σε έναν θεόρατο βράχο... Ήταν σίγουρα μεγαλειώδες. Της είπε πως από εδώ και πέρα θα πήγαιναν με τα ποδιά και αν και πήγαινε ο δρόμος μέχρι την πύλη του κάστρου αυτοί θα ακολουθούσαν το καλντερίμι στο πλάι του δρόμου. Αυτό που έπαιρναν οι αρχαίοι μύστες για να φτάσουν στο ναό και από κει στην παραλία. Αυτό που έπαιρναν οι κλεφτές του ’21 για να ξεφύγουν από τους Τούρκους.

Περπάτησαν για αρκετή ώρα στην άσφαλτο μέχρι να βρουν το παλιό καλντερίμι το οποίο όντας παλιό και ξεχασμένο είχε γεμίσει αγριόχορτα και λίγο έλειψε να το χάσουν. Αλλά και αφού το πήραν, δεν έφτασαν στα ερείπια του ναού παρά κατά τις τρεις το βραδύ και πρέπει να είχαν ξεκινήσει κατά τις δέκα το βραδύ. Της είπε πως εδώ βρίσκονταν τα ερείπια του αρχαίου ναού που της είχε πει και πως η παραλία ήταν μόλις λίγα λεπτά παρακάτω αλλά εδώ θα έκανα μια στάση για να ξαποστάσουν και οι δυο. Αφού πέρασε κανά τέταρτο σηκώθηκε και άρχισε να βγάζει τα ρούχα του. Έμεινε με το μαγιό του. Της είπε να κάνει το ίδιο. Εκείνη αν και παραξενεύτηκε δεν είπε κουβέντα, πρώτη φορά τον έβλεπε τόσο εκστασιασμένο και αναψοκοκκινισμένο που δεν μπορούσε να του φέρει καμία αντίδραση. Έμεινε και αυτή με το μαγιό της. Της είπε πως για να φτάσουν θα έπρεπε να κολυμπήσουν λίγο γιατί η ακτή ήταν απρόσιτη από τη στεριά. Προχώρησαν λίγο μέχρι που ο ναός ενώνονταν με τη θάλασσα. Εκεί αυτός κοίταξε λίγο γύρω και αφού βρήκε μια τεραστία πέτρα που έμοιαζε να σκεπάζει κάποιο πηγάδι πλησίασε... Έβαλε όλη του δύναμη, εκείνη τον κοίταζε σαν να τον έβλεπε για πρώτη φορά, δεν τον είχε ξαναδεί να ξαναβάζει ποτέ τόση δύναμη σε κάτι. Η πέτρα μετακινήθηκε ελαφρά στην αρχή και μετά γρήγορα για να αποκαλύψει από κάτω μια σειρά σκαλιών που φαίνονταν να οδηγούν κάτω από το επίπεδο της θάλασσας. Γύρισε και την κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω, εκείνη ρίγησε... «Έλα» τις είπε και τέντωσε το χέρι του. Εκείνη το έπιασε και τέντωσε το καλά γυμνασμένο πόδι της για να περάσει.

Πάνω από το μάρμαρο, μέσα στα μαρμάρινα σκαλιά. Άρχισαν να κατεβαίνουν μια μακριά, σκοτεινή και υγρή γαλαρία όλο σκαλιά. Ένοιωσε το βάθος της μέσα της κι’ όμως σφίγγοντας του το χέρι συνέχισαν να κατεβαίνουν. Τελικά έφτασαν σε μια μεγάλη αίθουσα η οποία σίγουρα ήταν κάτω από το επίπεδο της θάλασσας. Αυτό που είδε ήταν μαγευτικό. Στη σάλα που απλωνόταν μπροστά της υπήρχε μια πισινά στολισμένη με σκαλιστό μάρμαρο άσπρο και γυαλιστερό... Έμεινε λίγο να το κοιτάζει. Τότε τον είδε που είχε φτάσει στο χείλος της πισίνας και ετοιμαζόταν να πέσει μέσα. Πριν προλάβει να πει λέξη αυτός βούτηξε μέσα στα ήρεμα νερά. Αυτά αφού αναταραχτήκαν από το ξένο κορμί που έπεσε μέσα τους ηρέμησαν. Εκείνη περίμενε για λίγο και μετά άρχισε να πλησιάζει, φοβήθηκε, νόμισε πως... Αλλά ξαφνικά αυτός πετάχτηκε πάνω από τα ήρεμα νερά και αυτή τρόμαξε όσο ποτέ άλλοτε στη ζωή της. Έμεινε να τον κοιτάει αποσβολωμένη. «Έλα» της φώναξε «το νερό είναι πολύ ζεστό» και τέντωσε το χέρι του για άλλη μια φορά. Εκείνη σαν μαγεμένη το έπιασε και μπήκε στην πισινά. Ένιωσε λίγο βαριά αλλά το ζεστό νερό σαν απαλό χάδι της κύκλωσε το κορμί και εκείνη ένοιωσε τις αισθήσεις της να διαλύονται μέσα σε αυτή τη μικρή πισινά. Της εξήγησε πως το νερό είναι γλυκό αφού χρονιά τώρα χωρίς κανείς να μπορεί να εξηγήσει το γιατί η πισινά γέμιζε με νερό από τις πηγές του βουνού. Της είπε επίσης πως για να φτάσουν την ακτή έπρεπε να κολυμπήσουν στον πάτο της πισίνας και από κει κάτω μέσα σε ένα υπόγειο τούνελ για λίγο και μετά από τη φυσική άνωση που θα είχαν όταν το γλυκό νερό ενωνόταν με το αλμυρό θα ανέβαιναν και πάλι στην επιφάνεια. Έτσι και έκαναν. Όταν ξανά – ανεβήκαν στην επιφάνεια εκείνη ένιωθε άλλος άνθρωπος. Κοίταξε γύρω της και της πηρέ λίγο για να συνειδητοποιήσει ότι βρισκόταν μέσα σε μια ημιπροστατευμένη ακτή από μια μικρή σπηλίτσα. Το μέρος ήταν πράγματι όπως ακριβώς της το είχε περιγράψει. Απλά εκθαμβωτικό... Το λίγο φεγγαρόφως που έμπαινε από τις άκρες της σπηλιάς και ασήμιζε στα ήρεμα νερά της ακτής έκανε το σκηνικό ακόμη πιο μαγευτικό... Εκείνος είχε βγει ήδη από το νερό, εκείνη αφού σύνελθε από την μαγεία του τόπου τον ακολούθησε έξω από τα νερά. Της είχε γυρισμένη την πλάτη και πριν καν προλάβει να τον αγγίξει γύρισε αιφνιδίως την άρπαξε και τη φίλησε. Ήταν ίσως το πιο γλυκό φιλί που της είχε δώσει ποτέ μέχρι τότε... Εκεί κάτω από τη χρυσή και όχι ασημένια αυτή πανσέληνο τα κορμιά τους ενωθήκαν στην πιο τελεία ένωση... Σώμα και πνεύμα, σάρκα και ψυχή αγγελόμορφων πρωτοπόρων* που φλέγονταν από επιθυμία για την πανάρχαια και ολοκληρωτική ένωση στο πέρας του χρόνου και του χώρου... Τα κορμιά τους εκείνη την νύχτα έγιναν ένα δίχως άλλο...

Όταν σηκώθηκε το χάραμα ο ήλιος δεν είχε ακόμη ξεμυτίσει από το βουνό απέναντι. Είχαν ακόμη λίγο χρόνο πριν ο βασιλιάς ήλιος αφαιρούσε τη μαγεία του πρίγκιπα φεγγαριού. Την κοίταξε γλυκά όσο ποτέ και μεμιάς την χάιδεψε σε όλο της το σώμα. Εκείνη ρίγησε και ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα της για να τον δει να στρέφεται από πάνω της και να την κοιτάζει όπως ο πρωτόπλαστος Αδάμ την Έυα. «Τι είναι?» του ψέλλισε. «Σήκω» της απάντησε, θέλω να σου πω κάτι. Εκείνη μετά δυσκολίας κινώντας τις από την υγρασία πιασμένες της αρθρώσεις σηκώθηκε. Βρίσκονταν τώρα ο ένας απέναντι στον άλλο γυμνοί και ένιωθαν ελεύθεροι όπως και όσο κανένας άλλος. Της έπιασε το χέρι και κοιτώντας τη θάλασσα προχώρησαν μαζί μέσα. Το νερό κρύο καθώς ήταν, έφερε ένα ρίγος στο κορμί της. Του έσφιξε το χέρι και προχώρησαν. Όταν πια είχε φτάσει το λαιμό, δεν κρύωνε. Του άφησε το χέρι και για λίγο κολύμπησε ολόγυμνη μέσα στο κρύο νερό. Εκείνος κολύμπησε προς τα μέσα... «Έλα» της φώναξε και εκείνη με ένα μακροβούτι τον έφτασε. «Περίμενε» της είπε και βούτηξε στα βαθειά καταγάλανα νερά. Έπιασε το θαλάσσιο κολιέ και ανέβηκε επάνω. Ξεπρόβαλε από το βυθό με τα χεριά απάνω κρατώντας το θαλάσσιο κολιέ. Εκείνη το είδε μα δεν κατάλαβε μέχρι που εκείνος της το πέρασε στο λαιμό. «Αυτό», της είπε «λέγεται Osia marinaris de nymphun opal». «Σύμφωνα με τον μύθο», συνέχισε ήταν το λουλούδι που είχε χαρίσει σε μορφή κολιέ ένας απλός θνητός ψαράς σε μια από τις νύμφες της σπηλιάς για να τον αγαπήσει. Τελικά τον σκότωσαν οι αδερφές τις όταν έμαθαν ότι η αδερφή τους είχε ερωτευθεί το θνητό και σκόπευε να φύγει μαζί του. Εκείνη από την οργή της και το μισός της φύτεψε το λουλούδι με τα δάκρυα της στο βυθό της θάλασσας για να θυμάται τον αγαπημένο της και να το βλέπουν οι αδερφές της και να σκάνε από το κακό τους. Από τότε λέει μονό οι πραγματικά ερωτευμένοι μπορούσαν να κόψουν το φυτό και να το φορέσουν κολιέ στην αγαπημένη τους. Εκείνη τον άκουγε μαγεμένη και μόλις τελείωσε τον φίλησε μες’ το νερό και τα κορμιά τους ενωθήκαν πάλι μα αυτή τη φορά όχι για πολύ. Αυτός της ξεγλύστρισε σαν χέλι και ξαναχώθηκε στα βαθειά νερά. Αυτή τη φορά βρήκε κρατώντας ένα μεγάλο κογχύλι. Το έβαλε στο αυτί της και της είπε : «Άκου...» «Λένε, πως ακούς την θάλασσα από εδώ μέσα άκου...» Εκείνη ακούμπησε εύθραυστα και γλυκά το αυτί της και άκουσε μια γλυκεία μελωδία... Τότε εκείνος πλησίασε από το άλλο αυτί την αγκάλιασε και της ψέλλισε... «Άκου, θέλω να γίνεις γυναικά μου» και της πέρασε το δαχτυλίδι στο χέρι. Εκείνη γύρισε και δεν είπε τίποτα μονό τον φίλησε γλυκά και έμειναν πολύ ώρα αγκαλιασμένοι στο νερό. Πλέον θα ήταν μαζί για πάντα, τίποτα δεν θα μπορούσε να τους χωρίσει.


*Allen Ginsberg: The Howl

Tuesday, February 27, 2001

Ο σταθμός 3

Κάποτε σε περιόδους μεγάλης κίνησης τα εισιτήρια παίζουν απλά και μόνο συμβολικό ρολό. Βλέπεις άτομα να τρέχουν να προλάβουν ένα λεωφορείο γιατί έχουν κλείσει εισιτήριο και άτομα τα οποία μπορεί να φύγουν και μια ώρα νωρίτερα αφού έχουν την τύχη (Θάρρος και Θράσος) να βρουν θέση σε κάποιο προηγούμενο λεωφορείο... Και όπως πάντα υπάρχουν και οι σπαστικοί άνθρωποι* που έχουν μανία να καταδιώκουν τα καημένα τα λεωφορεία και μαζί με αυτά, και τους οδηγούς τους που τρέχουν να φύγουν μακριά...
«Με συγχωρείτε μήπως είναι αυτό το λεωφορείο μου;»
«Μα προσέχετε κύριε, που πάτε... Έχουμε και πράγματα!»
«Εμένα λοιπόν η κόρη μου είναι γιατρός... Καλά τα πήγε! (Κρυφός κομπασμός, επάνω το στερνό, βαθιά ανάσα, Κοκόρι...) Είμαι πολύ περήφανη! Αχ...Ναι πολύ περήφανη...!»
«Μα δεν έχει ούτε καρεκλά να κάτσουμε... Καλά δεν βλέπουν αυτοί οι άνθρωποι, να σηκωθούν να κάτσουμε εμείς οι μεγαλύτεροι... Δεν το βλέπουν... Αμάν! Τι διαγωγή είναι αυτή...»
«Α, εγώ έκλεισα θέση με των 10 το λεωφορείο... Α! Δεν μπορώ... Θέλω να κάθομαι μπροστά... Στο αμάξι της κόρης μου κάθομαι μπροστά...Αχ! Σας είπα που η κόρη μου είναι γιατρός; Είμαι πολύ περήφανη! Παρά πολύ περήφανη...!»
«Αμάν πια! Ανά πέντε λεπτά λεωφορείο έχει... Πως είναι δυνατόν δε θα φύγουμε ποτέ από εδώ περά... Αχ Θεούλη μου...! Ποτέ θα έρθει το λεωφορείο να σηκωθώ να φύγω... Από την άλλη όμως καλά κάνουνε να εξυπηρετήσουνε τον κόσμο να πάει σπίτι του...»
Και αλλά πολλά ακούγονται, από αυτή την τσιριχτή σχετικά φωνή την οποία σου έρχεται να μπλοκάρεις με ένα όμορφο μήλο θα λέγαμε ή ένα ωραίο βερίκοκο... Και χωρίς ακόμα να έχω καταλάβει το λόγο, τα άτομα αυτά είναι συνήθως γηραιές κυρίες άνω των 55 τέλος πάντων οι οποίες πάντα έχουν κακαριστική φωνή και ένα πρόσωπο στο όποιο κυριαρχεί άλλοτε μια ανεξήγητη χαρά και άλλοτε μια συνοφρύωση περά των καθημερινών δεδομένων...

* Η παρομοίωση είναι σχεδόν κυριολεκτική... Θεωρώ, αν έχετε δει αυτούς τους ανθρώπους, ότι συμπεριφέρονται σαν να έχουν κρίση σπασμών εκείνη τη στιγμή, σαν ένα αόρατο ηλεκτρικό ρεύμα 220V να διαπερνάει τη σάρκα τους και να τους κάνει να συσπάζονται χωρίς διακοπή...

Monday, February 19, 2001

Ο σταθμός 2

Να ‘μαστε πάλι στο σταθμό, μονό αυτή τη φορά με άλλη διάθεση πάντα φιλοσοφική αλλά τώρα χαρούμενη... Μετά το καρναβάλι άλλωστε δεν θα μπορούσε κανείς να έχει διαφορετική διάθεση... Λοιπόν, κοιτά να δεις που δεν είμαι ο μόνος που μπερδεύεται με την αρίθμηση των καθισμάτων... Έχει πλακά, έρχονται και σου λένε:

«Ξέρετε μάλλον έχετε κάνει λάθος, κάθεστε στη θέση μου»

και με ένα πλατύτατο χαμόγελο τους απαντάς:

«Ξέρετε το νούμερο είναι για τις μπροστά θέσεις...»

Και εκείνοι, αφού σε λοξοκοιτάξουν λίγο με μια έκφραση απαραμμιλης βλακείας, πάνε και κάθονται ακριβώς μπροστά...

Όπως έχω ξαναπεί, οι σταθμοί παρουσιάζουν μια έξοχη ευκαιρία για την μελέτη της ανθρώπινης συμπεριφοράς σε όλα τα πλάτη και τα μήκη της. (Γενικά αυτή είναι η άποψη μου και για άλλα ανοιχτά μέρη όπου μπορεί κανείς να κάτσει σε μια γωνιά και να παρατηρεί συμπεριφορές και γεγονότα...Λαϊκές αγορές, Εμπορικά κέντρα, Συνεστιάσεις διαφορών ειδών και τύπων δίνουν ευκαιρία για παρατήρηση και καταγραφή πιο ειδικών συμπεριφορών και κοινωνικών διαδράσεων... Γάμοι, Βαφτίσια, Κηδείες, Πάρτυ μεγάλα και μικρά, Συναντήσεις παλιών συμμαθητών κ.λπ.)

Σήμερα παρατηρώ το εξής: Έχει ενδιαφέρον να δει κανείς τι κάνουν οι άνθρωποι για να «χάνουν» την αίσθηση του χρόνου. Καταρχάς ταξιδεύουνε σε δυάδες, έπειτα παίρνουν κάθε λογής περιοδικά και εφημερίδες, βιβλία και λογοτεχνήματα κάθε τύπου και ποιότητας, από έμμετρο δερματόδετο λόγο μέχρι βιβλία περιπτερού και φτηνά μυθιστορήματα για τους έρωτες μιας ζωής. Καμιά φορά λίαν συχνότερα σε νέους ανθρώπους θα δείτε τα νέα τεχνολογικά θαύματα «Discman» (φορητά CD), Mini Disk και Walkman (Ραδιοκασετόφωνα τσέπης)...

Και όλα μοιάζουν ωραία για να περάσουν τρεις ώρες μέσα σε ένα βαρετό Λεωφορείο. Και μέσα σε όλα αυτά πρεσβεύει μια άρνηση της επικοινωνίας με τον διπλανό σου... Που βεβαία δεν είναι πάντα ένας πανέμορφος νέος ή νέα αλλά αν μητι άλλο πάντα μπορεί να αποτελέσει ενδιαφέρουσα γνωριμία... Αλλά τι να κάνεις....? C’ est la vie!

Thursday, February 15, 2001

Γράμμα 1ο

Αυτό που κάνω, έχω πολύ καιρό από την τελευταία φορά... Υπάρχουν πολλοί λόγοι για να ταξιδεύω μόνος... Μου αρέσουν τα ταξίδια, τα μοναχικά, τα μακρινά... Εγώ, - αυτοπροσδιοριστικά – ταξιδεύω έτσι, γιατί μαζί με το όχημα που απομακρύνεται από την αφετηρία του και πλησιάζει στον τελικό του προορισμό, έτσι μαζί η ψυχή μου, το πνεύμα μου και το μυαλό μου ξεκινάνε ταυτόχρονα διαφορετικά ταξίδια για να καταλήξουν στο ίδιο μέρος. Αποσυντάσονται και διαλύονται, στις γραμμές του τραίνου, στο δρόμο του λεωφορείου, στον ουρανό του αεροπλάνου, στη θάλασσα του πλοίου, για να ανασυνταχθούν πάλι σε συγκεκριμένα γηΐνα σημεία τα οποία ως επί το πλείστον αποτελούν βιολογικές μου, αρχικές ή μη, πατρίδες ή αρχές τόπων συγκέντρωσης εμπειριών και ζώνης.

Καθώς ο τραγουδιστής που φέρει το όνομα της θάλασσας ταξιδεύει με το δικό του τρόπο από τα πλέον νοτιότερα σημεία της χωράς μας, οι τρεις ταξιδευτές μου προσδιορίζονται σε σένα, στη δική σου τη μορφή, η οποία τόσο θαμπή και πολυποίκιλτη κάθε φορά γίνεται το άλλο, το κάτι άλλο... Πως καταφέρνεις και μορφοποιείσαι σε τόσα πολλά πρόσωπα, δεν ξερώ. Εγώ...σίγουρα είμαι ένας και ας ψάχνω εσένα που μου έχεις δείξει μέχρι τώρα ούτε μια σταγόνα από τον ωκεανό των προσώπων που μπορείς να πάρεις. Σ’ Αγαπώ! Σ’ Αγαπώ! Σ ’Αγαπώ! Όσα ονόματα, και όσες μορφές εγώ είμαι εδώ και ψάχνω μέχρι να σε βρω εσένα όχι τα πρόσωπα, όχι τις μορφές σου, αλλά εσένα πανώρια Θεά μου. Εσένα και μόνο... Μόνο...Μόνο, που δυστυχώς η πραγματικότητα σε απογοητεύει, γιατί και εσύ και εγώ ξέρουμε, πως ένα όνειρο είσαι και τίποτε άλλο...Ένα όνειρο αυγουστιάτικης νύκτιος, που μονό εκεί μπορώ και σε βρίσκω και γινόμαστε τότε και μονό τότε ένα. Επειδή, λοιπόν η πραγματικότητα δεν σε αφήνει να γίνεις αλήθεια και επειδή ίσως θα πρέπει να συμβιβαστώ με κάτι λιγότερο, χωρίς να θέλω τα πράγματα μπερδεύονται. Τα χεριά μου και η καρδιά μου μπλέκονται σαν γόρδιος δεσμός προσπαθώντας να ξεμπλέξω την πραγματικότητα από το όνειρο σου, και έτσι τα αισθήματα και οι λέξεις μπερδεύονται όσο δε γίνεται, όσο δεν παίρνει άλλο... Και αναρωτιέμαι γιατί (;) γιατί άραγε μπερδεύομαι εγώ για ‘σένα και για να σε βρω; Γιατί, η αγάπη μου είναι τόσο μεγάλη όσο για κανέναν και για τίποτα, γιατί για μένα είσαι η ψυχή του κόσμου, η Παναγιά μου, η Δεσποσύνη μου. Και είναι άραγε τώρα άλλη μια από τις μορφές σου ή μήπως ορθές; Δεν ξέρω...Αλήθεια, δεν ξέρω... Ξέρω μόνο πως και πάλι και τώρα όπως και άλλωστε κάθε άλλη φορά θα προσπαθήσω... Και όπου με βγάλει...

Wednesday, February 07, 2001

Ο σταθμός 1


Ο σταθμός είναι πράγματι ένα πολύ ωραίο μέρος για έρευνα. Είτε από κοινωνιολογικής, είτε από ψυχολογικής πλευράς παρουσιάζει πολλές ομορφιές που δεν έχουν άλλα μέρη. Εδώ βλέπει κανείς τα χλωμά και ταλαιπωρημένα πρόσωπα των στρατιωτών, που τρέχουν να προλάβουν το τελευταίο λεωφορείο αφού όλο το χρόνο που είχαν τον ξόδεψαν αγκαλιά με την κοπελιά τους την οποίαν είχαν να δουν και θα κάνουν να δουν αρκετό καιρό. Βλέπει κανείς τη θερμότητα των τελευταίων ασπασμών μεταξύ ζευγαριών, γονέων και παιδιών, φίλων που καθώς το λεωφορείο φεύγει παίρνοντας μαζί του ότι πολυτιμότερο: τα αγαπημένα πρόσωπα, αυτοί μένουν πίσω σε έναν πηχτό από τον κόσμο και φωνές σταθμό, μονό που τώρα είναι άδειος...Πιο άδειος από πριν... Αν κανείς είναι τυχερός, μπορεί να ακούσει ή και να δει κανένα ηχηρό αποχωρισμό μέσα σε κλάματα και λυγμούς και φωνές και αναφιλητά, ιδίως αν ο γιος φεύγει για το στρατό ή αν αυτός που φεύγει είναι ο σύζυγος, το ταίρι ή πάλι ίσως ακούσει κάποιο τσακωμό μεταξύ οδηγών ή οδηγού και επιβατών και τότε θα ακούσει ίσως και έναν πειραϊκό οχετό να ξεχύνεται από τα στοματά είτε των επιβατών, είτε του οδηγού... Και θα δει τα αναψοκοκκινισμένα πρόσωπα να γίνονται ακόμη πιο κόκκινα και αυτοί που κοιμόνται στις καρέκλες να ξυπνούν ή να ανοίγουν το ένα βλέφαρο να δουν τι γίνεται και ξάφνου το πλήθος από απρόσωπο και γκρίζο να συνασπίζεται σε μια κοχλάζουσα εβραϊκή συναγωγή, σε έναν όχλο έτοιμο να υποστηρίξει το κοινωνικό δήθεν δίκαιο, ενώ μόνο δίκαιος δεν μπορεί να είναι... Και αφού όλα κοπάσουν, όλοι αυτόματα σχεδόν θα διαλυθούν σε εκείνο το γκρίζο το απρόσωπο πλήθος που ήταν και πριν και οι κοιμισμένοι θα κλείσουν και τα δυο τους βλέφαρα και οι περίεργοι θα απομακρυνθούν... Βέβαια, όπως και οι δρόμοι, η πόλη, έτσι και ο σταθμός έχει τα άσχημα... Πράγματα, που ο μέσος πολυάσχολος άνθρωπος, χαμένος μέσα στα κινητά του και στις πολύπλοκες και φαιοβόρες σκέψεις του τείνει να αγνοεί άλλοτε λόγω κοινωνικοποίησης και άλλοτε επίτηδες επειδή θέλει να αυτοβαυκαλίζεται μέσα στην γλυκιά απάτη και τη λήθη της τεχνολογικής και υλικής υπεροχής... Και οι άνθρωποι με τα ξυστά και με τα χαρτομάντιλα, άνθρωποι με τα κουκλάκια και τα λογής – λογής όμορφα ή όχι μπιχλιμπίδια και οι ρακένδυτοι ζητιάνοι στις γωνιές που ικετεύουν για να βγάλουν από την απλοχεριά του παντοδυνάμου, την επόμενη μέρα... Η γυναικά πλησιάζει μια αλλά γυναικά, στο ίδιο ύψος περίπου, οι δυο γυναίκες κοιτάζονται... Η μία, καλοντυμένη, παχουλή και με τα ψεύτικα αλλά ηχηρά και χτυπητά μπιχλιμπίδια να πηγαίνουν πέρα δώθε και να προκαλούν κάποιο εκκωφαντικό θόρυβο κοιτάζει με περιφρόνηση και απέχθεια, θα έλεγε κανείς, κοιτάζει καθώς κοκορεύεται σαν παγώνι με τη στάση της και νοιώθει ότι μπορεί σαν βασιλιάς να φερθεί στο άθλιο υποκείμενο απέναντι της που ικετευτικά της απλώνει ένα πακέτο χαρτομάντιλα... Κοιτάει το πλάσμα με τα ρούχα του που ίσα – ίσα καλύπτουν την γύμνια του και το οποίο βαστάει ένα δεκανίκι στο δεξί του και άτσαλα προσπαθεί να στηριχτεί επάνω του... Και αφού καλά – καλά το δει και βεβαιωθεί για την ανωτερότητα που τη διακρίνει αποφασίζει πως φοβούμενη την πιθανότητα εξαπάτησης θα αγνοήσει το άμοιρο πλάσμα και γυρνάει επιδεικτικά το κεφάλι προς την άλλη μεριά, με έναν αέρα που νοιώθεις ότι προτρέπει και τους υπολοίπους που θα πάρουν την απελπισμένη κλήση αυτού του πλάσματος να κάνουν το ίδιο... Η γυναικά φεύγει και προχωράει παρακάτω και από μακριά φαίνεται ωσάν οι ρολόι του ανθρώπου και του πλάσματος να έχουν αλλάξει... Η γυναικά αυτή τη φορά θα πλησιάσει ένα νεαρό ο οποίος θα την κοιτάξει συμπονετικά και θα πάρει το πακέτο ανταλλάσοντας το με το γελοίο αντίτιμο των 200 δρχ. Πάει να ξεσπάσει σε λυγμούς συγκίνησης και ευχαρίστησης προς το νέο αλλά και προς το Θεό αφού επιμένει να επαναλαμβάνει το σημείο του σταυρού για αρκετή ώρα... Αχ Θεέ μου, κάνε να μην έρθει και από εδώ...Ο δύστυχος έφαγα το τελευταίο μου χαρτζιλίκι, μόλις πριν από λίγο καθώς έπαιρνα εκείνο αφράτο κρουασάν που μου γυάλισε το μάτι... Ευτυχώς η γυναικά με προσπερνάει και καθώς τα άτομα έχουν μαζευτεί για το λεωφορείο των έξι και μισή, η γυναικά με μια πολύ σιγανή φωνή ικετεύει ξανά και ξανά ενώ όλοι συμπεριφέρονται ωσάν το πλάσμα αόρατο θαρρείς ή ανύπαρκτο από μια θειική παρέμβαση που εξαφανίζει τη μιζέρια, που λύνει το πρόβλημα αθόρυβα. Και έτσι αγνοώντας την σιγανή κραυγή επιβιβάζονται στο λεωφορείο τους και εκείνη τη ώρα που κινούν για τους μακρινούς προορισμούς τους, πίσω αφήνουν μια ζωή να ζητιανεύει τα ελάχιστα που κάποιος, κάπως, κάποτε, της στέρησε... Συμμέτοχοι όλοι στο έγκλημα μιας ύπαρξης οδύνης και πόνου απομακρύνονται, καθώς το όχημα μουγκρίζει το μαύρο καπνό του. Και μετά από όλα αυτά το μόνο που μένει τελικά είναι η γκριζάδα του σταθμού εμπλουτισμένη με λίγη μιζέρια και δυστυχία καθώς και μια νοσταλγία για τα μέρη που αφήνονται και μια προσμονή για τα μέρη που θα ‘ρθουν...

Καληνύχτα...

Saturday, January 15, 2000

Ο Χρόνος, και Ο Φόβος, Η Παροιμία, Η Ανάγκη και το Μυστήριο

Ο Χρόνος τελειώνει, φεύγει μέσα από τα χέρια μας ως λεπτός αέρας χωρίς να το καταλάβουμε. Μαζί φεύγει και ότι παρασέρνεται από αυτόν, ότι παίρνεται μαζί του. Η Αγάπη, Η Ζωή, Ο Πόνος, Ο Φόβος. Δεν μπορείς όμως να περιμένεις να φύγουν τα αρνητικά γιατί μαζί με αυτά φεύγουν και τα θετικά... Δεν Θέλω... Δεν Θέλω, ναχάσω άλλο πια το χρόνο μου. Περισσότερο τώρα από ποτέ παρουσιάζεται η ανάγκη να μην χάσω ούτε ένα λεπτό αυτού του χρόνου... Χάρισε μου το Χρόνο, Διώξε μου τον Πόνο και τον Φόβο. Δώσε μου τη ζωή που μου λείπει αφού κύλησε από τα χεριά μου σαν νερό... σαν αέρας...

Thursday, January 15, 1998

Μια καρδιά δεν μπορεί ποτέ να είναι ιδία με κάποια άλλη...

Οι στάλες πέφτουν βαριές,
Αιματηρός λυρισμός,
Πληγωμένη Καρδιά...

Το αίμα στάζει πηχτό,
Το αίμα ρέει πηχτό.

Αίμα στο χώμα,
Αίμα στο έδαφος.

Βαθειά τρυπημένη καρδιά.

Αιώνια Αγαπημένη ...
Αιώνια Αγαπημένη ...
Αιωνία (!)... Αγαπημένη ...

Αιώνια Λαβωμένη...

Wednesday, January 15, 1997

Κλαίει ο Μάρτης ...Κλαίει
Και στης σιγής τα πέπλα συρρίζει ο αέρας ο Μαρτιάτικος καθώς σφυρίζει...

Πονάει ο αέρας, πονάει
Και καθώς πάνω σου φυσάει αυτός ο Μάρτης,
Θα σε παγώσει.

Παλιές πληγές θα ξυπνήσουν ...
Για μιαν αγάπη ...
Για μια φιλιά ...

Που έδωσες την καρδιά, κι’ ο αγέρας σε παγώνει...

Κλαίει ο Μάρτης ...Κλαίει
Και μοιάζει να λέει,
Μέσα απ’ τον αγέρα, από τα φύλλα μέσα:
«Γιατί να δώσεις την καρδιά για μιαν αχτίδα ελπίδας;»
«Γιατί να δώσεις την καρδιά για την αγάπη και να την χάσεις;»

Και σε ανατριχιάζει,
Και σε φοβίζει,
Και ‘συ απαντάς μυστικά και σιωπηρά:
«Δεν ήταν μια αχτίδα μοναχά, ήταν ολόκληρη ελπίδα.»
«Πως τάχα, έδωσα αγάπη για να πάρω.»

Και το δάκρυ κυλά στο συννεφιασμένο ουρανό,
Εσένα όμως, δεν βρέχει... γιατί εσύ έχεις ήδη βρέξει το πρόσωπο σου.

Κλαίει ο Μάρτης ...Κλαίει
Και στης σιγής τα πέπλα συρρίζει ο αέρας ο Μαρτιάτικος καθώς σφυρίζει...

Monday, January 15, 1996

Ακτίς Αελίου

Καθώς οι ακτίνες του Ήλιου έπεφταν στα ψηλά κυπαρίσσια, κοίταξε τη γη και ένιωσε το ξύπνημα των προγονών. Σε τούτη τη νεκρόπολη που είχε έρθει ξανά – ήταν η δεύτερη φορά – μέσα στην πόλη που πονούσε, ένιωσε τον πρωταρχικό πόνο της μαύρης εκείνης νύχτας. Όταν εκείνη πέθανε, εκείνος δάκρυσε, ούρλιαζε, φώναξε τόσο δυνατά που η φωνή του ακούστηκε στον κόσμο. Και ο Πόνος, αυτός ο Πόνος τόσο βαθύς, οξύς και μεγάλος. Και να είχε πραγματικά πεθάνει, ο πόνος θα ήταν τουλάχιστο μικρότερος αλλά τώρα.. Τώρα πονούσε ακόμη περισσότερο όταν σκέφτονταν εκείνη την κρύα νύχτα που έμεινε μονός σε κείνον τον έρημο τόπο... γιατί εκείνη είχε φύγει...

Έφτασε στο μνήμα δακρυσμένος, άφησε με κόπο το τριαντάφυλλο στο μνήμα και ξέσπασε σε λυγμούς πάνω από το μνήμα του ανθρώπου που αγάπησε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο...

Αχ μητέρα...Αχ πατερά... συγνώμη για άλλη μια φορά, είμαι πάλι... μονός μέσα στον πύργο.

Το πρόσωπο, τα ματιά, τα χείλη, τα μέλη τα ηδονικά ωσάν καβαφική ποίηση, σαν γυναικά τελεία, ιδανική, τα λευκά χεριά, το χλωμό πρόσωπο, μια χιονάτη στο καλοκαίρι μας. Τα ξανθοκάστανα μαλλιά, τα γαλαζοπράσινα ματιά και τα χεριά τα μικρά που μέσα τους καλά καλά δεν θα μπορούσαν να κλείσουν το φαλλό ενός παιδιού, όλα μα όλα μια αρμονία τέλεια, αρμονική σαν από πίνακα Γάλλου ζωγράφου. Μα για ‘σένα πάντα μακριά, στην αντίκρυ όχθη του ποταμιού, χωρίς ελπίδα να την φτάσεις ποτέ... Σαν αγία εικόνα που δεν γίνεται να την αγγίξεις, γιατί εσύ ο βρώμικος, ο μοχθηρός, ο άσχημος, ο χειρότερος από όλους και εκείνη η αγνή, η ξεχωριστή, η προσωποποίηση της αγάπης.

Φοβάσαι, φοβάσαι την δύναμη της καρδιάς, μήπως και τώρα αυτή σε κατακλύσει και σε πλημμυρίσει... Και εσύ θα της δοθείς και εκείνη σα θεά θα σε αφήσει να της δοθείς...Όμως όπως ο Άδωνης και η Αφροδίτη έτσι ο ερωτάς για μια θεά θα σε σκοτώσει... Και έτσι μόνος ψηλά από το ποτάμι θα αναστηθείς μέσα από το θάνατο σου... τη στάχτη σου... Και πάλι από την αρχή... Για μια άλλη θεά...Μια καινούρια ζωή, έναν καινούριο θάνατο...