Monday, March 30, 2009

Με αφορμή ένα ταξίδι...*


Κάπου εκεί στο Βορρά,
για δεύτερη φορά,
ανακάλυψα στο λευκό το χιόνι θαμμένα μυστικά.


Με συντροφιά κάτι πακέτα τσιγάρα, λίγη τσικουδιά και ένα κομμάτι φέτα,
Μια γεύση από πατρίδα και μια ρουφηξιά θανάτου για την παρέα,
Ξεκίνησα κι' απόψε μια δεύτερη φορά...


Μέσα από στιγμές μαγνητισμένες και αιχμάλωτες στα 12 mp ανακάλυψα και πάλι την ιστορία ενός φίλου...


Σε μια χωρά ξενική, για μιαν αγάπη ξενική και έναν πόθο αυστηρά ελληνικό
είδα την ιστορία να ξαναγράφεται μοντέρνα και αυστηρή...


Ποσά κορμιά λιγοψυχήσανε στο δικό σου κορμί, τον ρώτησα...
Και χαμογέλασε αμήχανα


Ταξιδιώτες του είπα είμαστε όλοι
Αέναοι μαθητές στο ταξίδι της ζωής
Και συμφώνησε αμήχανα


Γυρίσαμε εδώ γύρω, και ανάμεσα σε πλοία και πρωτεύουσες, δρόμους και ανθρώπους
Μέσα από βράδια μεθυσμένα, αποπνικτικά
Γυναίκες και άντρες, ξανθοί με χρυσαφένια μαλλιά και λευκοί σαν το γάλα
Λαμόγια και συμμορίες κρυμμένα στις γωνίες
Στιγμιαίες γνωριμίες, ποτέ αλλιώτικες, με την αποτυχία της ματαιοδοξίας
Το κάτι για εμάς, και το τίποτα για τους άλλους να γεμίζει τις τσέπες μας
Ξαναβρήκαμε τους εαυτούς μας...
Δεν φέρνουμε πίσω ενθύμια και κατακτήσεις, παρά μόνο εμάς και μια ματιά αλλαγμένη...


Είπαμε πως ίσως κάποτε,
Να αλλάξουμε...
Κάποτε,
Να γυρίσουμε κατακτητές...
Κάποτε,
Να φύγουμε κατακτητές...
Μα θα πεθαίνουμε με την Ελπίδα...
Ας ελπίσουμε πως θα έχουμε πρώτα ταξιδέψει όσο μας βαστάζει...


Είδαμε και περπατήσαμε,
Απαθανατίσαμε.
Αιωνία η ματαιοδοξία να μην χαλάσει το χαρτί
Μα οι καλύτερες μνήμες για πάντα θα μείνουν ατύπωτες μα χαραγμένες...


Και όπως ήρθα έτσι φεύγω,
Με δυο βαλίτσες πιο γεμάτες,
Μια γεύση από το αλλού,
Και την ελπίδα να την κρατήσω μέσα μου,
τόσο όσο θα χρειαστεί ν' αλλάξω...




* Στο φίλο μου Σ. και στη ζωή που χτίζει σε κρύα, χιονισμένα τόπια...

Saturday, March 28, 2009

Μικρά Μαθήματα απο το Πλοίο Ελσίνκι - Στοκχόλμη... Μεθυσμένες Φιλοσοφίες

Πρώτα, κάν'τον / την να νοίωσει καλά... (με τον εαυτό του /της και κόσμο γύρω)....

Δεύτερον, καν' τον/ την να νοιώσει ασφάλεια...

Τρίτον, δώσ'του/ της ΕΛΠΙΔΑ...

Τέταρτον, δημιούργησε γνωστικούς - κοινωνικο - ψυχολογικούς συναισθηματικούς δεσμούς...

Πες' του/ της οτι για να τα κρατήσει όλα αυτά και να τα διατηρήσει πρέπει να κάτσει να τον/ την γαμήσεις...
Ή να πηδήξει απο το παράθυρο του διπλανού διαμερίσματος...

Απόλαυσε το SHOW (σου μαϊμου*)




*Με σαφείς αναφορές... Στις μοναδικές Τρύπες...

Friday, January 30, 2009

Πυροβολώ μία μία τις Ελπίδες να σε δω να στέκεις δίπλα μου…

Οι Ελπίδες, Η Ελπίδα…
Τι είναι αυτή η λέξη που έχει πληθυντικό;
Πως σκοτώνουμε μία μία τις Ελπίδες & Ποιά είναι αυτή που παραμένει πάντα ζωντανή στον πάτο;

Να σε δω – Να με δεις…

Σε βλέπω – Με βλέπεις…

Με βλέπεις; – Σε βλέπω;

Πώς με κοιτάς με εκείνα τα αποστασιοποιημένα βλέμματα;
Τι βλέπεις από μακριά;

Γιατί να είναι τα μάτια απέναντι μα τα βλέμματα τόσο μακριά;

Θα δεις άραγε τι βλέπουν τα μάτια μου;
Θα δω άραγε τι κοιτάζει το βλέμμα σου;

Κρυμμένα καλά κάτω από τη σάρκα παραμένουν τα ανομολόγητα πάθη…
Μαζί τους φλέγεται & ο πόθος για ζωή.
Στις στάχτες τους κρύβεται ο φόβος.

Κι’ ο Έρωτας γεννιέται και αργοπεθαίνει μονάχος,

Από φωτιά σε φωτιά,

Από στάχτες σε στάχτες,

Μα πάντα κάτω από την θαλπωρή μιας σάρκας…

Monday, January 05, 2009

Απολλώνεια Ένωση - Διονυσιακή Πράξη - Το νησί 2

Η πρωινή του ανάσα σχεδόν υγροποιήθηκε καθώς εξήλθε από τα πνευμόνια του. Το κλίμα ήταν ασυνήθιστα υγρό και κρύο για ένα κατά τα άλλα ζεστό καλοκαίρι. Άνοιξε νωχελικά τα μάτια του και γύρισε να δει αν ήταν ακόμη δίπλα του. Ήταν.


Τελικά, η χτεσινή νύχτα ήταν πραγματικότητα. Δεν ήταν όνειρο αυτή η γυναίκα που την προηγούμενη νύχτα του είχε δοθεί με έναν τρόπο τόσο αλλόκοτο και μυστηριακό. Από την πρώτη στιγμή που την είδε να ξεπροβάλλει από τη πόρτα του μπαρ ένοιωσε μέσα του ηχηρά σκιρτήματα, κάτι περίεργο, κάτι άλλο, ξένο, εκτός του χώρου που τους περιέβαλε. Ήταν σαν όλες του οι αισθήσεις να έκρωζαν ένα αρχέγονο χαίρε και ταυτόχρονα σαν να τον κυρίευε ένας αρχαίος τρόμος, ένα αρχαίο πνεύμα φόβου κάτι σαν νουβέλα του Η. Ρ. Lovecraft. Δεν το σκέφτηκε και πολύ εκείνη την ώρα, έμεινε μόνο να την κοιτάει, σαν αποσβολωμένος από χρόνια, στήλη άλατος μπροστά σε μια γυναίκα που δεν είχε ξαναδεί στην ζωή του. Εκείνη τον είδε αλλά δεν του ανταπέδωσε ούτε βλέμμα. Όμως, η φευγαλέα αυτή ματιά που του έριξε έφτανε για να κηρύξει το σύμπαν από την αρχή. Εκείνος την παρακολουθούσε. Όταν εκείνη προχώρησε προς το μέρος της παρέας τους, ένοιωσε κάτι μέσα του να του λέει να φύγει, να απομακρυνθεί όσο πιο μακριά γίνεται, πως κάτι κακό ελλόχευε σε τούτο το βλέμμα, σε τούτο το μακάριο, κατά τα άλλα, κορμί. Τα πόδια του όμως είχαν στυλωθεί στην θέση τους και τα μάτια του είχαν καρφωθεί στο στόχο τους. Αν έκανε να κινηθεί τώρα, θα έμοιαζε με κάποιο χυτό άγαλμα που από ατύχημα ή απροσεξία του καλλιτέχνη είχε στραβώσει σε όλα τα λάθος μέρη. Εκείνη πλησίασε την παρέα και σταμάτησε. Δεν τον κοίταξε, στράφηκε αμέσως στους υπόλοιπους συνδαιτυμόνες της παρέας, έψαχνε να βρει ένα γνώριμο πρόσωπο, έναν παλιό φίλο, το λόγο για τον οποίο ήταν απόψε σε αυτό το μπαρ. Είδε τον φίλο της να της γνέφει: «Γλυκιά μου, καλωσόρισες. Έλα να σε γνωρίσω στα παιδιά.» Εκείνος την κοίταξε καλά καλά και σε μια στιγμιαία αντίδραση, σχεδόν αντανακλαστική, πρόλαβε να αρθρώσει το όνομα του πριν ο φίλος του τον συστήσει: «......» Ο φίλος του γύρισε και τον κοίταξε σχεδόν σαστισμένος από την ταχύτητα στην αντίδραση του και την αλλοπρόσαλλη, σχεδόν βιασμένη, χροιά της φωνής του, σαν το μυαλό να είχε δώσει τόσο γρήγορα μια εντολή που οι φωνητικές του χορδές και το κορμί του δεν πρόλαβαν να αποκωδικοποιήσουν. Εκείνη, που όλους τους είχε χαιρετήσει απλά με ένα μόνο νεύμα, είπε: «Χαίρω πολύ, με λένε ........ Άργησες λίγο αλλά τελικά κατάφερες να βρεις το δρόμο σου.» Η φωνή της ήταν τόσο σταθερή και τόσο βαθειά προκλητική που κόντεψε να χάσει το πάτωμα κάτω από τα πόδια του. Την κοίταξε λίγο χωρίς να ξέρει τι να της πει και μετά ψέλλισε: «Ναι, το ταξίδι μου ήταν περιπετειώδες, αλλά δεν σε ξέχασα ποτέ...» Εκείνη χαμογέλασε. Ο φίλος τους που είδε τον ηλεκτρισμό στην ατμόσφαιρα, πρόταξε την καρεκλά του βάζοντας την να κάτσει δίπλα στον άνθρωπο που μόλις χαιρέτισε και πήγε να βρει μια καινούρια για τον εαυτό του. Κατάρα σκέφτηκε: «Και πόσο θα ήθελα να της την πέσω απόψε», και μετά ρουθούνισε: «Κοιτά να δεις αυτοί οι δυο...Χμ αυτό δεν θα το πίστευα ποτέ...Αυτοί οι δυο...»



Δεν είπαν τίποτα στο δρόμο. Του είπε να την πάει σπίτι και εκείνος υπάκουσε σαν σε προσταγή Θεού. Του πρότεινε να ανέβει στο δωμάτιο που έμενε μιας και είχε πιει αρκετά και ο δρόμος για το χωριό ήταν πλέον δύσκολος, ιδιαίτερα μέσα στη νύχτα. Εκείνος ήταν διστακτικός να δεχτεί την πρόταση της αλλά από τη στιγμή που έφυγαν από το κλαμπ δεν είχε πάψει να την φαντασιώνεται γυμνή επάνω στα σκεπάσματα. Ανέβηκε, σχεδόν τυφλός από έναν πόθο άγνωστου προελεύσεως και από κάποια λίτρα αλκοόλης που έραιναν την ανείπωτη ύπαρξη του. Εκείνη προχωρούσε μπροστά σαν πρωθιέρεια σε αρχαία θυσία, σα να τον οδηγούσε κάπου από όπου μάλλον, δεν θα έβγαινε ζωντανός και σίγουρα όχι αλώβητος.



Το κλαμπ ήταν αφόρητα γεμάτο. Μέσα καλοκαιριού και το νησί ως συνήθως ήταν πήχτρα στο κόσμο. Μια διάθεση καλοκαιρινού φλερτ πηγαινοερχόταν νωχελικά σε όλους τους θαμώνες, αλλά αυτοί οι δυο δεν είχαν διάθεση για φλερτ. Τα βλέμματα τους ήταν δολοφονικά. Εκείνη τον κοίταζε σαν succubus*, τα μάτια της είχαν μια αλλόκοτη ηρεμία που από μέσα τους ξεπρόβαλλε μια ακαταίσθητη σεξουαλική αίσθηση, μια θεϊκή ή μάλλον δαιμονική όρεξη. Αυτός πάλι, την κοίταζε περισσότερο με απορία σαν να μην είχε ιδέα γιατί ο Θεός, η Μοίρα, το Κισμέτ, το Πετρωμένο, το Σύμπαν, κάποιος τελοσπάντων από εκεί ψηλά, αποφάσισε απόψε να του παίξει ένα τόσο βρώμικο παιχνίδι. Δεν έλεγαν πολλά, σε αντίθεση με όλους τους υπόλοιπους που μιλούσαν ακατάπαυστα. Απλά κοίταγαν ο ένας τον άλλο στα μάτια, μερικές φορές, λεπτά ολόκληρα χωρίς να πουν λέξη. Η παρέα τους, που χωρίς να το θέλει είχε διαισθανθεί τον μεταξύ τους ηλεκτρισμό δεν έκανε τίποτα για να διασκεδάσει τις εντυπώσεις, απλά τους στρίμωξε στην γωνία του τραπεζίου και τους άφησε τον ένα δίπλα στον άλλο να προσπαθούν να βγάλουν άκρη. Σκέφτηκε, να της μιλήσει, και να της πει, οτιδήποτε για να σπάσει αυτή τη διεστραμμένη σιωπή που γεννήθηκε από το τίποτα. Σκεφτόταν πως ποτέ δεν ήταν καλός σε αυτά, η δυνατότητα του να συζητάει περί ανεμών και υδάτων ήταν σχεδόν μηδενική αν όχι ανύπαρκτη, και έπειτα το μόνο που ήθελε όταν την κοιτούσε μέσα σε αυτές τις κρυστάλλινες λίμνες που είχε στα μάτια της, ήταν να την κατασπαράξει. Έκρωζε μέσα του μια πολεμική ιαχή, μια κραυγή πόλεμου και έρωτα. Στα μάτια της τούτα τα υγρά, έβλεπε έναν καθρέπτη του εαυτού του που δεν είχε ξαναδεί, σαν να μεταμορφωνόταν στον κύριο Χάιντ που είχε μέσα του, σαν τα ζωώδη ένστικτα που ελλόχευαν στον πάτο της ανθρώπινης ύπαρξης να ξεπηδούσαν από μέσα του και στα μάτια της να καθρεπτίζονταν η μορφοποίηση τους στο πρόσωπο του. Ένας Καζαντζακικός βάρβαρος ξύπναγε και μούγκριζε: «Τούτη τη γυναίκα την θέλω! Θέλω να την κάνω δικιά μου, χωρίς χρόνο, χωρίς τόπο, δίχως ανάγκη, χωρίς ελπίδα, δίχως αύριο...Να κυλιστώ μαζί της στην λάσπη της ανθρώπινης ύπαρξης και μέσα από τον έρωτά της να ξαναγεννηθώ, όχι καλύτερος μα άνθρωπος.» Δεν άντεχε να την κοιτάει στα μάτια, αυτό που ξύπναγε μέσα του ήταν κάτι το πρωτόγνωρο, κάτι που δεν ήξερε πως να διαχειριστεί και για αυτό κάθε τόσο απέστρεφε τη ματιά του. Ήθελε να της μιλήσει, μα τί να της πει; «Σε παρακαλώ, άλλαξε τα μάτια σου γιατί μέσα τους καθρεπτίζεται μια πλευρά μου που με τρομάζει;» Δεν θα έβαζε τα γέλια εκείνη;



Δεν πρόλαβαν να μπουν στο δωμάτιο και ευγενικά, αλλά με μια αίσθηση μιας αόρατης δύναμης, του έπιασε το χέρι, έσπρωξε το σώμα της κοντά στο δικό του και τον φίλησε στο στόμα. Τα χείλη της είχαν μια γεύση από βατόμουρο... Κάτι γνώριμο, παλιό τού θύμιζε ετούτη η γεύση. Χρόνια πριν, όταν ο ήλιος έλαμπε ακόμη, είχε μάθει να φτιάχνει μαρμελάδα από βατόμουρο. Θυμάται την γιαγιά του πάνω από την κατσαρόλα να του μιλάει για τη ζάχαρη που έλιωνε στο πάτο και τις μυρωδιές της ζωής. «Πόσες κουταλιές χρειάζονται για γλυκάνει η ζωή, γιαγιά;» την είχε ρωτήσει τότε. Και εκείνη η σοφή γυναίκα είχε απλά χαμογελάσει και του είχε πει: «Κάποτε θα μάθεις...» Ακόμα δεν είχε μάθει, ακόμα έψαχνε... Και τώρα αυτή η γεύση, αυτά τα χείλη... Έκλεισε τα μάτια του, και ρούφηξε τη γεύση των φιλιών της. Για λίγο ο ήλιος έλαμψε πάλι και το καλοκαίρι του νησιού μύρισε ένα γνώριμο χώμα.


Η σιγή είχε κυριαρχήσει μεταξύ τους, κάτι σαν ανείπωτη συνωμοσία. Σάμπως κανένας τους δεν θα μιλούσε αν δεν είχε κάτι σημαντικό να πει. Μέχρι εκείνη την στιγμή, όμως μιλούσαν τα κορμιά τους, τα μάτια τους, οι αισθήσεις τους αντάλλασσαν μεταξύ τους τα ισχυρότερα μηνύματα και ας μην άρθρωναν λέξη αυτοί.



Ήταν και οι δυο υγροί από την υγρασία του νησιού και ιδρωμένοι από την ζεστή. Εκείνος ένοιωσε σαν να ενσωματώνεται σε έναν ποταμό συναισθημάτων, πόθου και πάθους. Τα κορμιά πλέον ήταν μάλλον μαγνητικά υγρά σε ένα παιχνίδι προσέγγισης παρά ανθρώπινες υπάρξεις. Τα στήθη της ήταν μεγαλύτερα από το μέσο όρο για μια γυναίκα της διάπλασης της. Δεν ήταν εκπληκτικά αδύνατη, μα ούτε και παχουλή, είχε μια γήινη ομορφιά, μια γυναίκα που όταν την κοίταζες ήξερες ότι θα μπορούσε κάλλιστα να γίνει μια καλή μητέρα, ένα κορμί που θα μπορούσε να υποστηρίξει μια γέννα δίχως προβλήματα, ένα κορμί που θα έφερνε στη γη έναν αθηναίο φιλόσοφο ή έναν σπαρτιάτη στρατιώτη δίχως προβλήματα.



Μόλις κάθισε δίπλα του, τον πλημμύρισε η μυρωδιά της. Το καλοκαίρι είχε φέρει εις πέρας το έργο του. Ένοιωσε την αύρα της αρμύρας και της άμμου πάνω στο κορμί της και ενώ οι θαμώνες πλημμύριζαν την ατμόσφαιρα με ετερόκλητες, ξενόφερτες μυρωδιές, το δικό της άρωμα είχε κάτι γνώριμο, μια ανθρώπινη φυσικότητα. Ήταν γλυκό, καλοκαιρινό και ανάλαφρο. Κάθισε δίπλα του σαν σε αργή κίνηση. Τίναξε τα μακριά μαλλιά της προς τα πίσω, αλλά επειδή την ενοχλούσαν ακόμα τα γύρισε όλα στο πλάι και αυτά κούρνιασαν στον ωμό της κάνοντας μια μικρή κούρμπα. Η ορμή τους εξοστράκισε το λεπτό τιραντάκι του φορέματος της και εκείνο αποσύρθηκε στο πλάι του ωμού της. Το παρακολούθησε με τα μάτια του και στην ένωση με το φόρεμα μέσα από το μικρό κενό του ρούχου είδε φευγαλέα το στήθος της. Εκείνη με χάρη επανέφερε το τιραντάκι στη θέση του και γύρισε να τον κοιτάξει. Τότε είδε για τα καλά τα μάτια της... Μεγάλα, εκφραστικά, δυνατά, λαμπερά, σαν να έβλεπε φωτιές να καίνε πίσω από τις κόρες της και καθρέπτες να αντανακλούν το φως σε όλο το βάθος των ματιών της. Τον κοίταζε και εκείνη... Είδε το τραχύ του γένι και της φάνηκε αστείο, σαν να είχε κηρύξει πόλεμο στο ξυράφι. Είδε τα χείλια του να τρέμουν και να ρουφούν σιγά σιγά την ανάσα μέσα του. Σαν με κάθε αναπνοή να έπαιρνε και πληροφορίες για τη ζωή. Τα μάτια του ήταν μαυρισμένα και τον φαντάστηκε να δουλεύει νύχτες πάνω από μια οθόνη, μα κοίταξε βαθειά μέσα στις κόρες του και είδε μια σιγανή φωτιά να καίει σταθερά, που μόλις την αντίκρισε, αυτή φούντωσε και εξαπλώθηκε. Εκείνος ένοιωσε το διαπεραστικό της βλέμμα και κοκκίνισε, απέστρεψε για λίγο το δικό του να ηρεμήσει. Έκανε με το χέρι του να χτενίσει τα μαλλιά του, τον είχε πιάσει ταχυπαλμία. Εκείνη το κατάλαβε, χαμογέλασε, χαμήλωσε το βλέμμα της και έπιασε στο πλάι τα μαλλιά της και έπαιξε λίγο στριφογυρίζοντας τα. Τον είδε να παίζει νευρικά με το ποτό στα χέρια του. Σε αντίθεση με το γένι του ετούτα τα χέρια ήταν ευγενικά, απαίδευτα, απαλά. Αναγνώρισε σε αυτα το άγγιγμα ενός συγγραφέα ή ενός καλλιτέχνη, χέρια που δεν είχαν ποτέ πιάσει τη λάσπη, χέρια που στο άγγιγμα τους έφερναν μια αθώα δύναμη σχεδόν παιδική. Εκείνος ανασήκωσε, σαν φοβισμένο πούλι, το βλέμμα του και είδε τα δάχτυλα της να παίζουν με τα μαλλιά της. Τα δάχτυλα της έσπαγαν το φράγμα της γήινης ομορφιάς της, της έδιναν μια ομορφιά αιθέρια, κάτι το βαθειά αισθαντικό. Ήταν μακριά και σχετικά λεπτοκαμωμένα σε σχέση με τις αναλογίες του κορμιού της. Έμοιαζαν δάχτυλα που για χρόνια είχαν εξασκηθεί στο πιάνο, ρυθμική μα δυνατή πίεση στα σωστά σημεία... Φαντάστηκε τα δάχτυλα της να σφίγγουν το κορμί του, να πιέζουν τα μπράτσα του.



Καθώς το κορμί της πιεζόταν επάνω στο δικό του, εκείνος ένοιωθε ανάμεσα στα στήθη της μια μητρική ηρεμία, μια ειρήνη σαν τις πρώτες στιγμές της γένεσής του. Τα ρούχα τους εμπόδιζαν. Τα πέταξαν βιαστικά στο πάτωμα. Σχεδόν του έσκισε το πουκάμισο. Σχεδόν της έσκισε ότι φόραγε. Γραπώθηκε επάνω του όπως ο μελλοθάνατος γραπώνεται επάνω στην τελευταία του πνοή λίγο πριν ξεψυχήσει. Αυτός βρήκε το δρόμο για την κρεβατοκάμαρα, τυφλός από τα φίλια της, με τον ιδρώτα τους να στάζει στο πρόσωπό του, σαν να είχε υπάρξει σε αυτό το σπίτι για χρόνια ολόκληρα. Έπεσαν μαζί στο κρεβάτι, πλέον τα κορμιά τους είχαν ιδρώσει τόσο πολύ που έμοιαζαν με μια υγρή μάζα που προσπαθούσε να αυτοπροσδιοριστεί. Το κρεβάτι τους υποδέχτηκε φιλόξενα, σαν την μανά γη που υποδέχεται τον σπόρο πριν τον καρποφορήσει. Φιλιόντουσαν με πάθος, δεν χάιδευαν ο ένας τον άλλον, γραντζουνιόσαντε, σα ζώα. Θα μπορούσαν να τελειώσουν και οι δυο χωρίς καν να την διεισδύσει. Οι ρόλοι τους εναλλάσσονταν. Δεν υπήρχε εξουσία σε αυτή την ένωση μόνο μια αιώνια εναλλαγή ρόλων. Πότε αυτός την φίλαγε και την έγλυφε από πάνω μέχρι κάτω, πότε αυτή έκανε το ίδιο. Είχαν ξεχάσει και οι δυο τους τις ντροπές τους στην πόρτα, το κοινωνικό κατεστημένο δεν υπήρχε μεταξύ τους, τα μικροαστικά ταμπού δεν άνηκαν σε αυτήν την ένωση. Ήταν ζωώδης, μια δαρβινική επιβίωση του είδους, μια αμαρτία, μια προσβολή για τους ιεραπόστολους. Το πάθος ήταν ο μόνος οδηγός. Και αν και εκείνος ένοιωθε εκστασιασμένος πέρα από κάθε άλλη στιγμή στην ζωή – μολονότι ένοιωθε σαν άνθρωπος για πρώτη φορά, σαν κάποιος να πήρε ένα καμινέτο και να έκαψε ότι υπήρχε από τον παλιό του σεξουαλικό εαυτό και να τον εισήγαγε σε μια άλλη ύπαρξη – εκείνη φαινόταν σαν να είχε γνώση για αυτά. Μια μέγα αρχιέρεια της Αφροδίτης, μια περήφανη εταίρα της αναγέννησης. Για ένα λεπτό του πέρασε από το μυαλό ότι ίσως όντως να έκανε ερωτά με μια Θεά, ίσως η Θεά Αφροδίτη η ίδια είχε αποφασίσει απόψε να του ξεπληρώσει τα κρίματα του γιου της, ίσως κάποια νύμφη, ίσως κάποιο πνεύμα της φύσης. Αμέσως όμως απεδίωξε την σκέψη από το μυαλό του. Είχε ανάγκη να αφήσει τις αισθήσεις του ανοιχτές στη ζωώδη ηδονή. Θεά η Θνητή απόψε θα την έκανε δικιά του μέχρι τέλους.



Τελικά, ο φίλος τους, τους έσωσε και τους δυο από την περίεργη σιγή ξεκινώντας να μιλάει για τη δουλειά του. Εκείνος αφοσιωμένος στη δικιά του, εκείνη στη δικιά της, άρχισαν αμέσως ως σωστοί μαθητές να προωθούν αυτό που έκαναν. Οι υπόλοιποι της παρέας όλοι λίγο πολύ βολεμένοι, κάποιοι δημόσιοι υπάλληλοι, κάποιοι ιδιωτικοί, ότι και να έκαναν ήταν άνθρωποι που το βλέμμα τους είχε στεγνώσει χρόνια πριν. Ενώ τα δικά τους ακόμη έψαχναν, αχόρταγα βλέμματα αποζητούσαν την πρόκληση, το διαφορετικό, ήταν ταυτόχρονα υγρά, σαν πήγες έτοιμες να σου προσφέρουν την δροσιά τους και θελκτικά σαν τα νερά της λήθης. Εκείνη εντυπωσιάστηκε από εκείνον, που λίγο μετά τα τριάντα ακόμη πίστευε πως η επιστήμη του μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, εκείνος εντυπωσιάστηκε από μια γυναίκα που είχε γνώση του κόσμου και σε αντίθεση με τις λοιπές της παρέας, τεκμηριωμένη άποψη για την ζωή. Εκείνη είχε διαβάσει πολύ, εκείνος κάτι λιγότερο όμως η διψά του ακόρεστη. Εκείνη πλέον ρούφαγε τη ζωή ως βίωμα. Εκείνος ακόμη είχε ανάγκη την ερμηνεία. Και οι δυο όμως μπορούσαν να μιλάνε με την ίδια άνεση για τα ίδια θέματα αναπτύσσοντας επιχειρήματα και βρίσκοντας κοινούς τόπους. Κανά δυο φορές ο καθένας τυχαία συμπλήρωσε την φράση του αλλού, και οι δυο εντυπωσιάστηκαν ο ένας με τον άλλο, αυτός νόμισε πως αυτό ήταν κάποιο σημάδι. Δεν μίλησαν πολύ, η συζήτηση για την δουλειά έληξε άδοξα γιατί οι δυο τους πήραν τα ηνία και οι υπόλοιποι έχασαν το ενδιαφέρον τους. Ο φίλος του, πάντα επόπτης, φρόντισε να υπάρχει συνεχή ροή αλκοόλης στο τραπέζι. Ήταν αρκετά φίλος για να ξέρει ότι όφειλε στην μητέρα φύση να οδηγήσει τον έναν στην αγκαλιά του άλλου.


Ήταν και οι δυο γυμνοί πάνω στα υγρά πλέον σκεπάσματα. Το πώς άντεχε το κρεβάτι την συνεχή τους κίνηση ήταν άξιο απορίας, αργότερα ανακάλυψαν ότι στην ουσία δεν ήταν κοινό κρεβάτι αλλά χτισμένο, μαρμάρινο, σαν βωμός. Αγκάλιασε με την παλάμη του το στήθος της. Τύλιξε τα δάχτυλα του γύρω από τα εύπλαστα βουνά όπως ο αρτοποιός μαλάζει τη ζύμη. Έκυψε να τα φιλήσει. Τα πίεσε ελαφρά, τέντωσε τη γλώσσα του και τα έγλειψε από τη βάση προς τα πάνω. Στην ρώγα της η γλώσσα του πετάρισε και έκανε ένα μικρό άλμα. Μετά ρούφηξε τις ροδαλές τις ρώγες και αυτές σκλήρυναν, μεταμορφώθηκαν σε διακόπτες ηδονής. Συνέχισε... Εκείνη βόγκηξε για πρώτη φορά από ηδονή, καθώς ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί της. Γραπώθηκε από τα μαλλιά του και τον πίεσε, σαν να τον προέτρεπε να δαγκώσει τα πλούσια μήλα της. Την δάγκωσε, στην αρχή απαλά και μετά πιο δυνατά. Εκείνη τινάχτηκε πίσω, το κεφάλι της ακούμπησε στο στρώμα, το κορμί της πήρε κλίση, ανασηκώθηκε το στερνό της και οι γοφοί της. Εκείνος συνέχισε παρακάτω. Το αιδοίο της ήταν απαλλαγμένο από το πυκνό δασός που κοσμεί την κορυφή της ηδονής και αυτό του έδινε την δυνατότητα να έχει πλήρη επίγνωση των κινήσεων του στην περιοχή. Η μαγική κορφή ξεπρόβαλλε σχεδόν επιδεικτικά ανάμεσα στα χείλια, και εκείνος για ένα λεπτό χάρηκε, αυτό σήμαινε ότι τα στήθη της είχαν ήδη ξεκινήσει την ηδονή της. Έσκυψε και την φίλησε αργά, βασανιστικά, όπως σκύβουν οι ευσεβείς στην εκκλησία να προσκυνήσουν της εικόνες της Παναγίας, έτσι αυτός ασπαζόνταν βωμό μιας Φροϋδικής ηδονής, μιας ανθρώπινης παροιμίας. Την φίλησε και εκείνη γράπωσε τα μαλλιά του και τον τράβηξε δυνατά ανάμεσα στα ποδιά της. Κόντεψε να πάθει ασφυξία, τι γλυκός θάνατος σκέφτηκε για μια στιγμή, τι γλυκό ανάμεσα στα ποδιά της. Εκείνος άρχισε να ζωγραφίζει με τη γλώσσα του τα γράμματα της αλφάβητου, σαν τον γλυπτή που δουλεύει τον πηλό με τα χέρια του συνεχόμενα μέχρι να του δώσει το ποθητό σχήμα, έτσι αυτός δούλευε το όρος της Αφροδίτης με τη γλώσσα του. Εκείνη σε μια στιγμή οργασμού, ξάπλωσε όλο της το κορμί στο κρεβάτι, έσφιξε με τα χέρια της τα σκεπάσματα και ανασήκωσε τους γοφούς της. Εκείνος συνέχισε και εκείνη για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια άφησε την πνοή της να βγει ηχηρή μέσα από τα πνευμονία της. «Μην σταματήσεις» του ψέλλισε. Εκείνος σαν το γεωργό που γνωρίζει πότε να απλώσει το χέρι να δρέψει το ώριμο φρούτο, χωρίς να σηκώσει ούτε στιγμή την μορφοπλάστρια γλώσσα του την άγγιξε με τα ιδρωμένα του χέρια. Εκείνη ένιωσε το όρος να γίνεται ηφαίστειο και το κορμί της κοκκίνισε ολόκληρο. Το χρώμα του δέρματός της ακολούθουσε την γήινη ομορφιά του κορμιού της. Δεν ήταν από εκείνα τα δήθεν latin, ξεροψημένα από τον ήλιο κορμιά που μυρίζουν το ψεύτικο άρωμα του αντηλιακού και έχουν γεύση πλαστικού. Όχι! Το δικό της κορμί είχε μια ολόδικιά του μυρωδιά, μύριζε σαν βρεγμένο χώμα ενός κήπου γεμάτου ρόδα και γιασεμιά μετά από μια απογευματινή μπόρα, λίγο βράδυ πριν ανοίξουν τα γιασεμιά εντελώς. Το κορμί της μύριζε σαν γιασεμί και η σάρκα της είχε γεύση ρόδου. Το χρώμα της ήταν φυσικό, η σάρκα είχε σημεία που η προστασία τους από τον καλοκαιρινό ήλιο τα έκανε να ξεχωρίζουν σαν μικρές οάσεις στο κατά τα άλλα χρυσαφένιο της κορμί. Είχε όμως και μικρά ροζ εξανθήματα διάσπαρτα αν και αργότερα κατάλαβε ότι αυτά μάλλον ήταν τα σημάδια του έρωτα εκείνης της νύχτας. Τα χεριά του, συντρόφευαν πλέον την γλώσσα του και εκείνη είχε επιδοθεί σε μια συναυλία αλαλαγμών. Προσπαθούσε να συγκρατηθεί αλλά δάγκωσε τόσο δυνατά τα χείλια της που μάτωσε λίγο, εκείνος σκέφτηκε να σταματήσει αλλά εκείνη σαν να το κατάλαβε τον τράβηξε με τα χεριά της να συνεχίσει. Ο έρωτας μεταξύ τους πλέον είχε ξεπεράσει τα κοινά όρια, δεν μετρούσαν τους διαδοχικούς οργασμούς της ή το γεγονός ότι αυτός όσο την περιποιούταν ήταν ακόμη σκληρός και έτοιμος να μπει μέσα της ανά πάσα στιγμή, δεν ενδιαφέρονταν πλέον για την ηδονή, γιατί αυτή είχε έλθει και είχε παρέλθει, γιατί είχε γεμίσει το δωμάτιο με την μυρωδιά τους, το μονό που τους ενδιέφερε τώρα ήταν η ένωση.



Εκείνος ήταν πλέον έτοιμος να την διεισδύσει. Τόση ώρα συγκρατούσε την δικιά του ηδονή, βασανιστικά για αυτόν αλλά και εγωιστικά. Ήταν κανόνας του να μην διεισδύει τις συντρόφους του αν δεν ήταν σίγουρος οτι ήταν έτοιμες να δεχτούν την ηδονή του έρωτα στο κορμί τους. Η στιγμή της ένωσης πλησίαζε και η ηδονή και των δυο είχε φτάσει στο απροχώρητο. Ήταν και οι δυο κόκκινοι, με τόσους σφυγμούς που υπό νορμάλ συνθήκες η καρδιά δεν θα άντεχε. Μπήκε μέσα της σαν ένας ευγενικός πολεμιστής στον πόλεμο. Εκείνη έσφιξε τα χεριά της στα μπράτσα του και τα ποδιά της στη λεκάνη του. Τα νύχια της διαπεράσαν την σάρκα του και το αίμα που έτρεξε από τα μπράτσα του άγγιξε το κρεβάτι. Είχαν βαλθεί να του αφήσουν πληγές πόθου και τις μαρτυρίες αυτού του αχαλίνωτου νυχτερινού πάθους. Αν ήταν άλλη στιγμή αυτός ο πόνος θα τον είχε αναγκάσει να σηκωθεί και να τρέξει αλλά δεν είπε τίποτα μόνο συνέχισε όσο πιο βαθειά, με την ιδία σταθερή ταχύτητα δίνοντας έμφαση στο ηβικό οστό του να πιέζει όσο περισσότερο γίνεται το δικό της. Το κλείδωμα των κορμιών τους, τον ανάγκασε να πιέσει να μπει πιο βαθειά. Ο ευγενικός πολεμιστής με το δόρυ του ήταν πλέον ο κατακτητής της εύφορης κοιλάδας**. Εκείνη είχε εγκολπώσει το δόρυ του και έσφιγγε τα ποδιά της όλο πιο δυνατά, δεν ήθελε να τον αφήσει να φύγει. Εκείνος, είχε αφήσει το δόρυ του να εγκολπωθεί στην εύφορη, υγρή τούτη κοιλάδα και τώρα ένοιωθε πως ήθελε να την διαπεράσει. Ήθελε να σκίσει τα σωθικά της και να περάσει μέσα της, στην ιδία την ουσία της ύπαρξης της, ήθελε να γίνει ένα με τούτο το κορμί, να τον αφομοιώσει και να την αφομοιώσει, ένα κορμί με δυο κεφαλιά, τέσσερα χέρια, τέσσερα πόδια, τέσσερα μάτια, ένα ανδρογύνυ.



Το σπέρμα του συνάντησε τις κολπικές εκκρίσεις που εκτιναχτήκαν με βία από μέσα της σχεδόν αγωνιζόμενες να βγουν έξω όσο το σπέρμα του αγωνιζόταν να μπει μέσα. Εκείνη δεν είχε ξανατελειώσει έτσι., εκείνος κόντεψε να εκραγεί η βάλανος του όταν τελείωνε, εκείνη τη στιγμή ήταν σαν να είχαν δώσει και οι δυο άδεια ο ένας στον άλλο να κοινωνήσουν με τα υγρά τους. Δεν είπαν τίποτα, δεν άναψαν τσιγάρο, δεν σηκωθήκαν να καθαρίσουν τα κορμιά τους από τα σημάδια του έρωτα, μόνο αγκαλιαστήκαν, δυνατά πολύ δυνατά, σαν να ήξεραν ότι το πρωινό που θα ερχόταν θα έφερνε μαζί του και έναν κόσμο που καλυτέρα να μην υπήρχε, για κανέναν. Αγκαλιαστήκαν και δίχως φωνή έμειναν έτσι ολόκληρη τη νύχτα, ο ένας πλάι στον άλλο, να ανταλλάσουν τις πνοές τους, με τα γυμνά τους σώματα να εφάπτονται, καθώς τα υγρά του ερωτά τους στέγνωναν με την βοήθεια του χρόνου, επάνω τους και στο βωμό της πράξης τούτης. Ήταν σαν το υγρό που στέγνωνε να ήταν οξύ που μαρκάριζε της ψυχές τους, οι εκκρίσεις του έρωτα γίνονταν τώρα ένα οξύ που έκαιγε τη σάρκα για να αποτυπώσει στους μύες, τις αναμνήσεις μιας νύχτας που ποτέ δεν θα επαναλαμβανόταν...


Σηκώθηκε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε… Έβγαλε το χέρι της από πάνω του και το ακούμπησε απαλά στο κρεβάτι. Ντύθηκε αθόρυβα. Σαν κλέφτης, που έρχοταν και έφευγε… Δεν ήθελε να την ξυπνήσει, τι θα της έλεγε; «Ξέρεις έχω και μια ζωή έξω από το νησί…Μια ζωή στην οποία δεν χωράω καλά - καλά εγώ, πόσο μάλλον εσύ. Γιατί αν σε αφήσω να μπεις στη ζωή μου θα καταστραφούμε και οι δυο… Δεν αξίζει…» Όχι δεν μπορούσε. Ο Θεός, το συμπάν, η μοίρα, το κισμέτ, αυτός, εκείνο που θέτει τα πράγματα σε κίνηση είχε χιούμορ και μάλιστα μωβ… Ήταν τούτη την ώρα που έβγαινε στον πρωινό ήλιο, που ένιωσε τα σημάδια της χτεσινής νύχτας να εντυπώνονται πάνω του, στο φως της μέρας, οι πράξεις της νύχτας εντυπώνονταν επάνω στο κορμί του σαν σε βίαιη αντίδραση, όπως οι βρικόλακες καίγονται από το φως, όπως το κάλλιο «τσιρίζει» όταν καίει την ανθρώπινη σάρκα, έτσι καίγονταν επάνω του τα φιλιά της, οι δαγκωματιές της... Σκούπισε με μια υγρή πετσέτα το αίμα από τα μπράτσα του και προσεκτικά φόρεσε το πουκάμισο του. Καθώς πάτησε έξω από την πόρτα σταμάτησε για ένα λεπτό. Γύρισε και την κοίταξε. Δεν είχε δεύτερες σκέψεις, έτσι ήταν καλυτέρα, ήθελε όμως να εντυπώσει την εικόνα της στο μυαλό του. Δεν θα την ξέχναγε ποτέ, την μυρωδιά της, τα μαλλιά της, το δέρμα της, τις ιαχές τις, όσφρηση, γεύση, αφή, ακοή οι τέσσερεις τούτες αισθήσεις δεν θα την ξέχναγαν ποτέ... Όμως η όραση του... Σε αυτή την αίσθηση, δεν είχε εμπιστοσύνη... Αυτή ήταν απατηλή αίσθηση, προδότρα... Ήθελε λοιπόν για μια τελευταία φορά να την εντυπώσει στην όραση του. Γύρισε. Έκλεισε την πόρτα. Έστριψε ένα τσιγάρο με γλυκόριζα το άναψε και άρχιζε να κατηφορίζει προς την πόλη, να πάρει το αμάξι να γυρίσει στο χωριό... Αύριο θα έφευγε από το νησί... Τώρα έπαιρνε το δρόμο του γυρισμού, αρνιόταν το νησί και τα δώρα του... Καλωσόριζε την μιζέρια της πόλης...

Εκείνη είχε ξυπνήσει πιο πριν από αυτόν. Τον είδε να κοιμάται όμως, και ξάπλωσε πλάι του, κούρνιασε στην αγκαλιά του... Δεν ήθελε να ξημερώσει... Ο αυγερινός που ξεπρόβαλλε στον ορίζοντα, ακολουθούμενος από το άρμα του Απόλλωνα την τρόμαξε... Κάτι ψιθύρισε, σαν μια προσευχή στους θεούς, στο Συμπάν, να σταματήσει για λίγο την κίνηση του, να την αφήσει για λίγο ακόμα μέσα στην αγκαλιά του... Αλλά το συμπάν σε αιώνια κίνηση όπως πάντα αγνόησε την επιθυμία μιας θνητής και προχώρησε μπροστά, δίχως άλλη ευκαιρία, δίχως σταματημό, ο χρόνος... Ξαφνιάστηκε όταν τον είδε μέσα από τα δήθεν κλειστά της βλέφαρα, να σηκώνεται και να ντύνεται αμέσως αλλά δεν είπε τίποτα, γύρισε απλά από την άλλη μεριά του κρεβατιού, όπως θα γύριζε κάθε κοιμώμενος, να κρύψει ο δάκρυ που κύλησε από το πρόσωπο της. Όταν εκείνος βγήκε από την πόρτα και προχώρησε προς τα κάτω εκείνη σηκώθηκε δακρυσμένη. Πλησίασε στο παράθυρο. Άναψε τσιγάρο και τον κοιτούσε που κατηφόριζε... Δεν ήξερε γιατί, μα τα δάκρυα στέρεψαν γρήγορα... Ένα πρωινό αεράκι στέγνωσε το πρόσωπο της και έκανε εκείνον να σφίξει λίγο το τζάκετ του... Τον κοίταζε επίμονα, ελπίζοντας πως θα γυρίσει να την δει στο παράθυρο, να της ρίξει μια ματιά να της πει ένα αντίο, αλλά εκείνος προχώρησε μπροστά, είχε ήδη πάρει την απόφαση του. Ένοιωσε μέσα της μια ανακούφιση... Φόρεσε αργά τα ρούχα της... Τακτοποίησε το δωμάτιο... Αύριο θα έφευγε, ο δικός της γάμος την περίμενε στην άλλη μεριά της θάλασσας και τώρα ήξερε πως πρέπει να γυρίσει στην ασφάλεια...

*Succubus = Δαίμονας, που λαμβάνει γυναικεία μορφή, ο οποίος ρουφάει την ενεργεία που παράγεται από την ερωτική πράξη. Εισβάλει στα όνειρα των θυμάτων του (ανδρών) με γυναικεία μορφή και τους αναγκάζει σε συνουσία κατά την διάρκεια της οποίας απομυζά την ερωτική τους ενεργεία μέχρι να τους εξοντώσει πλήρως. [http://en.wikipedia.org/wiki/Succubus, 05/12/08]

**Παράφραση απο το Κινεζικό Ερωτικό ΤΑΟ

Friday, December 19, 2008

Η νύχτα είναι υγρή & κρύα…

Η βροχή μόλις καταλάγιασε…

Περπατώ περιδιαβαίνοντας την πόλη προσπαθώντας να αποφύγω τα τρεχούμενα νερά των μπαλκονιών…

Είναι για να χωθείς κάτω από τα σκεπάσματα & να κάνες έρωτα μέχρι το πρωί…

Όχι παθιασμένο, άγριο, αλλά αργό…

Ίσα που να κινούνται τα κορμιά…

Να τρίβονται σαν τεκτονικές πλάκες το ένα πάνω στο άλλο…

Να ιδρώσεις κάτω από τα σκεπάσματα…

Το χνώτο μου προς τα πάνω θολώνει τα γυαλιά μου…

Σκέφτομαι τα θολωμένα από τον ερώτα μας τζάμια…

Αααχ…! Εκείνο το δωμάτιο, πως θόλωνε τις νύχτες με βροχή…

Μετά τον ερώτα θυμάμαι καθόσουν & κοίταζες τη βροχή απ’ το παράθυρο & ‘γω κοίταζα εσένα…

Μια σιλουέτα μπροστά από το θολωμένο τζαμί & ένα τσιγάρο να φεγγίζει τον καπνό που πέταγε μέσα στη νύχτα…

Η βροχή δυναμώνει. Τα λούκια γεμίζουν. Οι λαμαρίνες βροντάνε. Και ‘γω ταχαίνω το βήμα μου να χωθώ κάτω από τα σκεπάσματα, μπας & σε ονειρευτώ…

Tuesday, December 09, 2008

ΈΤΣΙ...

Πλάσματα του Νου;
Πλάσματα της Φαντασίας;
Τραγιά μεταμφιεσμένα σε ανθρώπους
Γυμνοσάλιαγκες που παρουσιαζονται ως ειδήμονες

Υπάρξεις απαθείς που νου δεν έχουν
Σκέψη κενό
Βλέμμα λειψό
Αυτεπίγνωση ανύπαρκτη

Πώς επιβιώνει κανείς;
Ζεί κανεις;
Όταν τα τραγιά νομίζουν οτι είναι άνθρωποι
Όταν οι γυμονσάλιαγκες θεωρούν πως περπατούν

Απορίας άξιο
Η πορεία μας σε τούτα τα χώματα
Απορίας άξιο
Που θεωρούμε τους εαυτούς μας άξιους για ζωή

Ανείπωτη ανθρώπινη ύπαρξη
Αβάσιμη επιβίωση

Εξαγνισμός αδύνατος;
Φωτιά, βροχή, τι;
Επανάσταση;
Σιγα!
Ανίκανο το χτές, το σήμερα, το τώρα, το αύριο
Ας αυτοπυρποληθούμε καλύτερα όλοι να γλυτώσουμε...

Monday, December 01, 2008

Ένα Δειλινό στην Καλαμάτα


Καθ' ένας κρύβει στην καρδιά του όσα τον καίνε
και τον λιώνουν, με βήματα βαριά μετράει
τα βάσανα που δεν τελειώνουν.
Ζούμε μονάχοι στη γη δίχως ελπίδα,
σαν τρομαγμένα πουλιά στη καταιγίδα.

Καθ' ένας έρχεται στον κόσμο μ' ένα παράπονο
ένα βάρος, με το ίδιο βάρος ξαναφεύγει
και με της γνώσης του το θάρρος.
Ζούμε μονάχοι στη γη δίχως ελπίδα,
σαν τρομαγμένα πουλιά στη καταιγίδα.

Μα στις καλές μας στιγμές φέγγουν τα βράδια,
λάμπει το φως της ψυχής μες στα σκοτάδια
και στη γιορτή μας κι ο εχθρός είν' αδερφός
και καλεσμένος μας κι ο χάρος ο σκληρός.

Μα στις καλές μας στιγμές φέγγουν τα βράδια,
λάμπει το φως της ψυχής μες στα σκοτάδια
και στη γιορτή μας κι ο εχθρός είν' αδερφός
και καλεσμένος μας κι ο χάρος ο σκληρός.


Στίχοι & Μουσική: Γιώργος Ανδρέου
Εκτέλεση: Ελένη Τσαλιγοπούλου & Νίκος Πορτοκάλογλου




Powered by Podbean.com

Στα καμμένα...

Νεκρά τα κουφάρια των ηρώων εναποτίθενται στο χώμα,
Και τα σκουλήκια τρώνε τη σάρκα τους,
Και τα δέντρα ρουφούν το χυμό τους,
Και η γη την ουσία τους.

Μα καμμένα τα χώματα παραμένουν,
Στεγνή η γη,
Αναγέννηση ανίκανη.

Βροχή που ξεπλένει τις παλιές αμαρτίες,
Παίρνει μαζί της κάθε ίχνος,
Γίνεται πλημμύρα και πνίγει τους επιγόνους.

Ψυχές ανίκανες, σφαλερές.

Κενότητα.

Άδεια τα βλέμματα,
Δίχως ουσία οι πράξεις.
Η συνύπαρξη ένα αιώνιο φαγοπότι,
Και συνεχίζουμε μέχρι να σκάσουμε!

Ελπίζουμε ακόμα σε κάτι,
Γιατί άραγε;

Μεγάλο το ψέμα, μεγάλη η καταπατημένη υπόσχεση,
Και η ελπίδα παραμένει,
Σε ποιον; Σε τι;
Όχι σ' εμάς! Σε κάποιον άλλον;

Και η βροχή συνεχίζει να μουσκεύει τη σάρκα μας,
Και 'μείς πορευόμαστε μέσα σε λίμνες και ποταμιά που δημιούργησαν οι πράξεις μας.
Κι' όμως ακόμη το αρνιόμαστε,
Τα λάθη, το παρελθόν.

Νεκρά τα κουφάρια των ηρώων θα εναποτεθούν στο χώμα,
Και τα σκουλήκια θα φανέ τη σάρκα τους,
Και τα δέντρα θα ρουφήξουν τους χυμούς τους,
Και η γη την ουσία τους...
Και θα παραμείνουν τα χώματα καμμένα,
Και η γη στεγνή...

Η ύπαρξη ένας αιώνιος κύκλος,
Συνεχής και αδιάκοπος.
Θα ξαναζούμε τις ζωές μας στο άπειρο.
Μια αέναη επανάληψη.
Λεπτό προς λεπτό, στιγμή προς στιγμή,
Σε τούτη την πορεία όλα πληρώνονται.
Δίχως Δάνεια.
Δίχως Μπλόφες.
Οποίος τολμά ας ζήσει!
Οποίος νομίζει ας πεθάνει!
Και οι υπόλοιποι μακράν ευτυχισμένοι στην αγκαλιά του Μορφέα...

Sunday, November 23, 2008

Ένα μικρό Ευχαριστώ

10 μέρες τώρα μετράω...

Μετράω τα λεπτά που περνούν, τις στιγμές που αποτυπώνονται στο χρόνο, την ιδέα που καίει το πετσί.


Δεν σου είπα να έρθεις μόνο για σένα, για να σταθώ όπως έπρεπε στο ύψος των περιστάσεων. Σου είπα να έρθεις για μένα, γιατί χρόνια ολόκληρα είχαμε να μιλήσουμε τόσο... Όλα ανοιχτά, όλα έξω, έξω τα χέρια από τις τσέπες, ανοιχτό το στήθος στη σφαίρα. Όσο μιλάμε διαπιστώνουμε τις αρχές μας και εγώ και εσύ.

Εσύ βιώνεις, εγώ αναλύω...
Εσύ στο στόχο σου, εγώ στην ιδέα μου...
Δημιουργία, θάνατος, γυναίκα, οι τρεις άξονες
Παρελθόν, παρόν και μέλλον οι αναφορές μας...


Τις είχα ανάγκη αυτές τις 10 μέρες τώρα μπορώ να περπατήσω άλλα 10 χρόνια γνωρίζοντας...

Είμαι τώρα πιο αισιόδοξος μα και συνάμα πιο απαισιόδοξος, ξεκούραστος μα και συνάμα πιο κουρασμένος, ήρεμος μα και συνάμα πιο ταραγμένος.

Ράκος είμαι μα η ενέργειά μου αστείρευτη...


Όπως μαζί βρεθήκαμε σε κείνο το ταβερνείο κάποτε, έτσι και συνεχίζουμε, παράλληλοι δρόμοι που κοιτάνε στο άπειρο. Που και που βρισκόμαστε και στην ίδια λωρίδα, τα ζα να ξεπεζέψουμε να αλείψουμε τις πληγές μας με λάδι, να πιούμε και φάμε, τροφές και πιοτά, να δυναμώσει το κορμί να αντρειώσει το πνεύμα...

Ο χρόνος το ‘χει φέρει και το ψωμί και το αλάτι...Και προετοιμάσου τώρα για κύματα και καταιγίδες...

10 μέρες μαζί, 10 μέρες ο ένας σήκωνε τον άλλο πιο ψηλά και τώρα...

Τώρα προχωράμε πάλι ο καθένας τη δημιουργία του.

Όπως γουστάρουμε!

Ελεύθεροι!

Τώρα...

Σ’ Ευχαριστώ για όλα...



Στον παιδικό μου φίλο Κ.

Και τις μέρες σ’αυτη την έρημη πόλη που περπατήσαμε παρέα...

Στο άπειρο και ακόμη παραπέρα...

Wednesday, November 19, 2008

Απόψε Γιατρέ,
θα ασχοληθούμε με τον δυϊσμό...

Θα αντιθέσουμε τις αντιθέσεις
Θα αναλύσουμε τις αναλύσεις

Και μετά

Θα αφαιρέσουμε τις αφαιρέσεις
Θα διαιρέσουμε τις διαιρέσεις

Και αν μείνει τίποτα

Θα προσθέσουμε τις προσθέσεις
Θα πολλαπλασιάσουμε τους πολλαπλασιασμούς

Και στο τέλος αν είμαστε ακόμη ζωντανοί...

Θα ρίξουμε και μια στροφή...
Γύρα από τη φωτιά...

Άντε και στην υγιειά μας!

Sunday, November 09, 2008

Ατενίζω με τα μάτια το φώς πέρα απο το σκοτάδι...
Κλαγγές ακούω...
Ήχοι στρατηλάτη...
Ω Θεόρατο εσύ Μαντείο, Θρυλικό!
Πές μου, δείξε μου το Δρόμο μου...
Πές μου τη μοίρα μου...
Μάχη για Θάνατος;
Οκνηρός για Αντρειωμένος;
Μάχη για Θάνατος;
Οκνηρός για Αντρειωμένος;
Μάχη για Θάνατος;
Οκνηρός για Αντρειωμένος;
Μάχη για Θάνατος;
Οκνηρός για Αντρειωμένος;
Μάχη για Θάνατος;
Οκνηρός για Αντρειωμένος;
Μάχη για Θάνατος;
Οκνηρός για Αντρειωμένος;
Μάχη για Θάνατος;
Οκνηρός για Αντρειωμένος;
....................................................
....................................................
....................................................
....................................................
....................................................
....................................................
....................................................
....................................................
....................................................
....................................................
....................................................
....................................................
....................................................
....................................................
Δεν θέλω να ζήσω τρώγοντας, θέλω να πεθάνω δημιουργώντας...
Οι συμβιβασμοί σου με σκοτώνουνε...
Αφησέ με ελέυθερο...
ΓΝ-ΠΤΡ-ΜΝ
Η νύχτα πέφτει...
Γύρω μου απλώνεται σκόταδι...
Κάτι φώτα στον μακρυνό αιθέρα, θολώνουν την όρασή μου...


Φώτα που Φώς δεν είναι, τυφλώνουν τα μάτια, ζεσταίνουν το σώμα, παγώνουν το ,μυαλό. γονατίζουν την θέληση...

Απομόνωση...

Ακούω μουσικές που σιωπαίνουν την ακοή...
Έτσι μπλοκάρονται οι ήχοι της καθημερινότητας...
Αμάξια που περνάνε, πλοία που φεύγουν, παιδιά που φωνάζουν...

Απομόνωση...

Οι μπουκιές σιγανά ρίχνουν το δηλητήριο μέσα μου...
Το φαΐ μου μουδιάζει το στόμα, αίσθηση βελόνας διαπερνάει το κορμί, μουδιάζουν τα άκρα μου, τα δαχτυλά μου, αφή και γεύση σταματούν...

Απομόνωση...

Ψηλαφίζω το πηχτό σκοτάδι, μήπως βρώ κάτι που θυμίζει εμένα...
Δεν έχω μάτια, Δεν έχω ακοή, Δεν έχω αφή και γεύση...
Οσφραίνομαι...

Μα,... Κενό...;

Πού βρίσκομαι; Σε ποιο κενοχώρο - χρόνο;
Δεν γνωρίζω...

Συγκεντρώνομαι ακόμα πιο μέσα...
Στρέφω τούτη τη θολή όραση στο έσω...
Βλέπω... Βλέπω...! Βλέπω...;

Κι' άλλο σκοτάδι, κι' άλλο φώς;
Πρός τα πού τρέχει το φώς;
Που είναι το φώς;
Τρέχω...
Το ακολουθώ...
Νοιώθω βάρος να γραπώνεται επάνω μου και να με σφίγγει...
Άπνοια...

Ασθμαίνοντας ανοίγω τα μάτια...
Είναι πρωί...
Είμαι ιδρωμένος...
Μούσκεμα...
Πρέπει να φύγω..
Το γραφείο...
Κλείσε την πόρτα έξω απο μένα...
Φεύγω..
Με περιμένουν...
Φεύγω...
Ξημέρωσε...

Saturday, September 06, 2008

Η ομορφιά μπορεί να εκφραστεί με πολλούς τρόπους…
Ξανθά Μαλλιά, Μαύρα Μαλλιά, Χρυσά Μαλλιά και Καστανά…
Γαλανά Μάτια, Μαύρα Μάτια και Καφέ…
Κόκκινα χείλη, βαμμένα, πορφυρά…

Κι’ αν είναι σήμερα ο Θάνατος γιατί δεν με κοιτάς καλέ, αύριο θα ζήσω ζωή ονειρεμένη…
Γύρω μου λικνίζονται κορμιά, μα η δικιά μου σκέψη,
Ονειρεμένο το παλλόμενο σου σώμα…

Ονειρεμένοι οι χοροί που λιώνουν στο ιδρωμένο βήμα σου…
Το πάτωμα τρεμοπαίζει κάτω από τα πόδια σου,
Και ‘γώ να θαυμάζω τις γάμπες σου που κυβερνούν τον κόσμο μου…

Αληθινό κορμί εσύ που οι κραυγές σου αλυχτούν στην νύχτα μου,
Μοναδική μου θύμηση που στοιχειώνεις τα όνειρα μου…

Προδομένο το φιλί που δεν καταλήγει ποτέ στα χείλη για τα οποία κίνησε…
Προδομένο το φιλί που βρίσκει παρηγοριά σε σάρκες ξενικές,
Χαμένο στον αγέρα των αισθήσεων,
Ανίκανο τον πόθο να συνδέσει μ’ ένα κορμί, πραγματικό…

Το ιδρωμένο δέρμα σου,
Το ευγενικό σου άγγιγμα,
Το απαλό χάϊδεμα μετά τον παθιασμένο ερωτά,
Να σε βλέπω να κοιμάσαι δίπλα μου και να ονειρεύομαι πώς ο χρόνος θα πετρώσει…

Όνειρα όμως κιόλα τούτα
Και στο τέλος,
Το μονό που μένει,
Κάτι Προδομένα Φιλιά
Και Ο Λόγος της Μορφής σου,
Μια σκοτεινή ιδέα στον υποθάλαμο…

(Για τον ασώματο πόθο και μια νύχτα με παρέα στο BP)

Sunday, August 03, 2008

ΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ

Τι είναι ο έρωτας, αν η άνοιξη δεν δει την αυγή στα μάτια σου;
Τι είναι η αγάπη, αν όχι το απαλό σου δέρμα, η άμωμη καρδιά, η ευγενική φύση, οι ήσυχοι αγχοί σου, κι ολα της φύσης τ’ αγαθά που ‘ναι δικά σου;
Ποιες γιορτές και ποιες θυσίες θεϊκές μπορούν ποτέ με μια νύχτα μαζί σου να συγκριθούν;
Πως μπορώ τα φιλιά σου να μην ονειρεύομαι, κι ας είναι στο θάνατο να μ’ οδηγήσουν;

Η ΙΚΕΣΙΑ

Αχ Θεοί! Ακούστε μου τούτη την Προσευχή...
Πως για τούτη τη γυνή, για τούτο το κορμί καίγομαι και το θάνατο μου πενθώ...
Πως με σαγηνέψε ο Έρωτας με τα πυριφλεγή του βέλη...
Πώς να λυτρωθώ, δεν ξέρω!
Πού να σβήσω τούτες τις φλόγες, που σιμά θα κάψουν την ψυχή μου;
Αχ Θεοί! Βοηθήστε με!

ΣΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ

Αχ! εσύ Γυναίκα που σαν ξαπλώνεις το κορμί σου στη γης να ξαποστάσει αναντρανίζονται βουνά και βαθαίνει η Θάλασσα...
Πώς, σε τούτα του κορμιού σου τα βουνά να αναρριχηθώ,
Πώς, να κατέβω τις πλαγιές σου,
Πώς, να μεθύσω στις πηγές σου;
Πώς, την φύση σου την άγρια να υποτάξω;

ΣΤΗ ΦΥΣΗ

Γείρε εσύ Ω! Μάνα των όλων...
Γείρε και δάνεισε μου Άνθη ευωδιαστά, Θηρία φοβερά, Καρπούς και Μέλι στα πόδια της να τ' αφήσω μπας κι' ανοίξει για με τα σφαλιστά της χείλη...
Γύρε Άνεμε, Γύρτε Βουνά, Γύρε Θάλασσα...
Άνεμε δρόσισε την, Βουνά ανυψώστε την σε θρόνο αρμοστό, Θάλασσα πρόσφερε τ' αγαθά σου...
Ανέτειλε και 'Συ Ήλιε ψηλά εκεί στα ουράνια και χρύσωσε την...
Να την 'δούνε οι Θεοί και ευτύς να πουν πως τίποτα στον κόσμο δεν υπάρχει πιότερο...
Να την δει η πλάση με τα δικά μου μάτια και να αναφωνήσει, σαν πως τίποτα δεν την φτάνει, να την στέψει...

ΣΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ

Φτάνουν τούτα;
Πες μου, τι άλλο να κάνω;
Πες μου πώς θες ο Δούλος σου να σε υπηρετήσω;
Μίλα μου Πριγκίπισσα Εσύ...
Ρίξε μια ματιά, ένα ελάχιστο νόημα του κεφαλιού...
Πώς να το κερδίσω;
Πως θα σε πείσω ένα φιλί να μου χαρίσεις;
Ακόμη και αν μου κοστίσει ότι από την ψυχή μου έχει απομείνει, θέλω εγώ τούτα τα ροδαλά χείλη να φιλήσω...
Στα χέρια μου να σε πάρω, να σε σφίξω στην αγκαλιά μου κι ας είναι μέσ' την πλάση σου να χαθώ, να εξαφανιστώ...
Κάθε μου πτυχή, κάθε ουσία...

Τι Πλάσμα είσαι εσύ τελικά που στην καρδιά μου τέτοιο πύρινο ασάλευτο πόθο έχεις κανονίσει;
Είσαι κοινή; Είσαι μήπως σύντροφος, σειρήνα του πελάου ή Θεά;

Αχ έρμα μου μάτια που έχετε τυφλωθεί,
Αχ μυαλό δουλικό,
Ψυχή Φαρμακωμένη από τούτον τον αγγελικά πλασμένο δαίμονα...
Θεά τον διατάζει, Θεά σε υποτάζει...
Δεν γίνεται αλλιώς!
Τι φταις κι εσύ φτερωτό πλάσμα που τούτη η Θεά και σένα μάγεψε και σ' έστειλε να με κάψεις;

Saturday, July 26, 2008



Κάθομαι στην παραλία,
έχω ξαναϋπάρξει σε αυτό το μέρος,
με κάποιο πρόσωπο πολύ αγαπημένο .

Και τώρα είμαι πάλι.

Άλλα πρόσωπα να συμπληρώνουν την εικόνα,
και εγώ μονάχος στο φως να εξιστορώ.

Η ενθύμηση πικρό πιοτό στα χείλη,
ασυνόδευτο δίχως πάγο, δίχως αλάτι.

Οσφραίνομαι, γεύομαι, γεύσεις και αρώματα του χτες.
Ο κυματισμός σε θυμίζει,
Οι ήχοι της θάλασσας...

Ακόμη και σήμερα,
μετά από τόσα χρόνια σε ονειρεύομαι...

Σε τούτα τα μέρη
Σε κείνο το καλοκαίρι...

Friday, July 18, 2008

Πότε ήρθε η Άνοιξη*

Πέντε η ώρα το πρωί καλοκαιριού στην πόλη
Στις γρίλιες του παραθυριού, κρεμιέται το ξημέρωμα
Άσπρο και μαύρο χρώμα μόνο
Κι' ειν' το πρωί κομματιαστό
Σαν δάση από αντένες τηλεόρασης
Σεντόνια,
Εσώρουχα,
Σπίνοι που ανεμίζουνε στα σύρματα,
Φουγάρα...

Το ξυπνητήρι μας χτυπάει μεροκάματο
Φουγάρα
Ένα θόλο γαλάζιο και ο βήχας της Ελένης
Φουγάρα
Το ξυπνητήρι μας χτυπάει μεροκάματο
Φουγάρα
Ένα θολό γαλάζιο και ο βήχας της Ελένης
Φουγάρα

Χθες γέμισες γαρούφαλα το βάζο
Πότε ήρθε η άνοιξη;
Πότε ήρθε η άνοιξη;
Πως χώρεσε στις γλάστρες;

Χθες γέμισες γαρούφαλα το βάζο
Πότε ήρθε η άνοιξη;
Πότε ήρθε η άνοιξη;
Πως χώρεσε στις γλάστρες;

Χθες γέμισες γαρούφαλα το βάζο
Πότε ήρθε η άνοιξη;
Πότε ήρθε η άνοιξη;
Πως χώρεσε στις γλάστρες;

(* Η καταγωγή του Παππού μου είναι από τη Σπάρτη της Μικράς Ασίας και της Γιαγιάς μου από το Αϊ - Βαλί ...Και όταν με ρωτάνε ποια είναι η καταγωγή σου είμαι περήφανος να λέω "Μικρασιάτης" και ας παραπονιέται ο φίλος μου Γ. ότι δήθεν μόνο αυτός κρατάει ζωντανή την ελληνική φύση μέσα του αφού κατάγεται από κάπου κεντρικά όπου ο Όμηρος γράφει για τους Έλληνες του Αχιλλέα (Β683, Ι395, Π595, λ496) ...Αλλά όπως λέει και ο φίλος μας Α. τους περισσότερους Έλληνες τους έκαψε ο Μέγας Θεοδόσιος και όσους δεν πρόλαβε τους αποτελείωσε ο Ιουστινιανός , οπότε όλη αυτή η συζήτηση περί ελληνισμού είναι αν μη τι άλλο άχρονη αν όχι παράταιρη...

Τους στίχους τους κατέγραψα ακούγοντας το τραγούδι, όποτε δεν είμαι απαραίτητα σίγουρος για την μορφή τους...

Το ποίημα είναι του Γιάννη Πλαχούρη (στην εικόνα) , και έχει μελοποιηθεί από τον Στέφανο Ψαραδάκο, στο Δίσκο "Αγαπημένη Πολιτεία", που κυκλοφόρησε το Σεπτέμβρη του 1998,από το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Νέας Ιωνίας. Τραγουδάει η Γιώτα Νέγκα και παίζει πιάνο ο Διαμαντής Καλαφατιάδης.

Κι' όπως γράφει και ο ίδιος ο Στέφανος Ψαραδάκος στο CD:
"Αγαπημένη μου Πολιτεία είναι η ιστορία που ο λαός μου έγραψε. Ιστορία γιομάτη πόθους και πεθυμιές. Αγάπες και όνειρα. Μόχθο κι αγώνα για μια καλύτερη ζωή, έναν καλύτερο κόσμο."

Κι' όλα τα υπόλοιπα είναι απλά λεπτομέρειες... )

Μέρες του 1903*

Δεν τα ηύρα πια ξανά — τα τόσο γρήγορα χαμένα ....
τα ποιητικά τα μάτια, το χλωμό
το πρόσωπο .... στο νύχτωμα του δρόμου ....

Δεν τα ηύρα πια — τ’ αποκτηθέντα κατά τύχην όλως,
που έτσι εύκολα παραίτησα·
και που κατόπι με αγωνίαν ήθελα.
Τα ποιητικά τα μάτια, το χλωμό το πρόσωπο,
τα χείλη εκείνα δεν τα ηύρα πια.


(* Μέρες του 1903, Ποίημα του Κωνσταντίνου Καβάφη, ανήκει στα "Αναγνωρισμένα", απο την ιστοσελίδα http://www.kavafis.gr/, σε μελοποίηση του Μάνου Χατζιδάκη στον δίσκο: "Ο Μεγάλος Ερωτικός", με τη φωνή του Δημήτρη Ψαριανού)







Powered by Podbean.com

Monday, July 07, 2008



Θολώνουν οι μορφές το νου
Ιππεύω το μαύρο άτι τ' ουρανού
Ανοίγει το μάτι στ' άστρα
Να ταξιδέψει, να ξεφύγει το μυαλό

Μακρυά από τις μορφές που καταδυναστεύουν
Μακρυά από τις μορφές που δένουν την ψυχή

Συμπλέκονται οι μορφές σ' ένα χορό
Νεκρά τα κουφάρια των ηρώων
Νεκρά τα κουφάρια των θεών
Ποιο μάτι είναι τούτο που το χορό θ' αντέξει;

Σαγηνευτικές μορφές
Με σώμα γυναίκας με κεφάλι μέδουσας
Σε καλούν στο χορό τους
Όπως οι γοργόνες τον Οδυσσέα
Θα πετρώσεις και θα συντριβείς στα βράχια
Τίποτα από 'σενα δεν θα μείνει ζωντανό














Μόνη σου ελπίδα οι ιαχές των χιλιάδων ηρώων που,
Κρύβονται μέσα σου και φωνάζουν να βγουν
Ν' αρπάξεις το σπαθί του Περσέα,
Να κόψεις τα κεφάλια
Να κάψεις τα κορμιά
Τις μορφές ξορκίσεις
Τον ουρανό, το νου, να λευτερώσεις










Ερωτευμένε των μορφών, ήρωα
Είσαι ' συ ο δυστυχής
Ακούς το όνομα σου που το φωνάζουν;
Οι μορφές σε καλούν στον Θάνατο
Τα φαντάσματα στη λήθη

Ερωτευμένε των μορφών, ήρωα
Δεν έχεις δυνάμεις
Δεν έχεις νου
Το σπαθί να αντρειώσεις
Με τα φτερωτά παπούτσια μακριά να πετάξεις

Ερωτευμένε των μορφών, ήρωα
Δεν έχεις μέλλον
Δεν έχεις μοίρα
Σαν δρόμο ξάστερο δεν διαλέξεις

Σπαθί ή Θάνατος
Η μόνη σου λύση
Σπαθί ή Θάνατος
Η μόνη σου επιλογή

Sunday, June 29, 2008

Golden Chain for a golden girl
Chain that binds, chain that blinds
Here and now, now and there
Love, Care and friendship all made one
One be thy chain, always the binding one.

The tear marks the end
The beginning of a new era
The Heart’s, the Soul’s, actions in the end of days.
OH! You my Heart of Pain…
OH! Hear me! Heart of Pain…
OH! My Heart, hear me, cause I am the one to blame.

OH! You eyes of sorrow…
OH! You eyes coloured by the sea; coloured by colour…
OH! You hair of silk… Coloured by gold; coloured by air…
OH! You lips of lust… Coloured by red; coloured by past…
OH! Naked body shall you call for me after you OR shall you come to me?
OH! My Queen of Heavens, is thy naked body the truth? OR Just the beginning of my beautiful lie?

Saturday, June 28, 2008

Ιωάννινα 2008

Τα μεγάλα πλατάνια, συστοιχία στη λίμνη, και αυγουστιάτικο φεγγάρι απάνω να ξυπνάει τη μνήμη και να κάνει την καρδιά να αναθαρίζει …

Γνώμη μου είναι, πως το μονό που χρειαζόμαστε είναι μια αγκαλιά κι’ ένα φιλί…

Μια αγκαλιά κι’ ένα φιλί…

Wednesday, June 25, 2008

Ίσως τελικά ποτέ να μην καταλήγουμε να συμπορευτούμε με εκείνον / ήν που θα μας κανει πραγματικά ευτυχισμένους αλλά σίγουρα πάντα καταλήγουμε με αυτόν / ήν που μας αξίζει......

Ο Ποιητής και Η Μούσα


Ο Ποιητής
Προς τι καλόν, τι όφελος ηθέλησεν η τύχη,
κ’ εν τη αδυναμία μου επλάσθην ποιητής;
Μάταιοι είν’ οι λόγοι μου· της λύρας μου οι ήχοι
αυτοί οι μουσικώτεροι δεν είναι αληθείς.

Εάν θελήσω ευγενές αίσθημα να υμνήσω,
όνειρα είν’, αισθάνομαι, η δόξα κ’ η αρετή.
Παντού απογοήτευσιν ευρίσκ’ όπου ατενίσω,
κ’ επί ακάνθων πανταχού ο πους μου ολισθεί.

Η γη ’ναι σφαίρα σκοτεινή, ψυχρά τε και δολία.
Τα άσματά μου πλανερά του κόσμου είν’ εικών.
Έρωτα ψάλλω και χαράν. Aθλία παρωδία,
αθλία λύρα, έρμαιον παντοίων απατών!

Η Μούσα
Δεν είσαι ψεύστης, ποιητά. Ο κόσμος τον οποίον
οράς εστίν ο αληθής. Της λύρας αι χορδαί
μόναι γνωρίζουν τ’ αληθές, και εις αυτόν τον βίον
οι ασφαλείς μας οδηγοί μόναι εισίν αυταί.

Του θείου είσαι λειτουργός. Σοι έδωκε τον κλήρον
του κάλλους και του έαρος. Μελίρρυτος αυδή
ρέει από τα χείλη σου, και θησαυρείον μύρων
είσαι — χρυσή υπόσχεσις και άνωθεν φωνή.

Εαν η γη καλύπτεται με σκότον, μη φοβείσαι.
Μη ό,τι είναι έρεβος νόμιζε διαρκές.
Φίλε, πλησίον ηδονών, ανθών, κοιλάδων είσαι·
θάρρει, και βάδισον εμπρός. Ιδού το λυκαυγές!

Ομίχλη μόνον ελαφρά το βλέμμα σου τρομάζει.
Υπό τον πέπλον ευμενής η φύσις διά σε
ρόδων, και ίων, κ’ ευγενών ναρκίσσων ετοιμάζει
στεφάνους, των ασμάτων σου ευώδεις αμοιβαί.

(Από τα Αποκηρυγμένα, Ίκαρος 1983)

Our Deepest Fear

Our deepest fear is not that we are inadequate. Our deepest fear is that we are powerful beyond measure. It is our light, not our darkness that most frightens us. We ask ourselves, Who am I to be brilliant, gorgeous, talented, fabulous? Actually, who are you not to be?

You are a child of God. Your playing small does not serve the world. There is nothing enlightened about shrinking so that other people won't feel insecure around you. We are all meant to shine, as children do. We were born to make manifest the glory of God that is within us. It's not just in some of us; it's in everyone. And as we let our own light shine, we unconsciously give other people permission to do the same. As we are liberated from our own fear, our presence automatically liberates others.

(
Marianne Williamson, Nelson Mandela used this passage in his 1994 Inaugural Speech)
Ατενίζω το άπειρο …
Τα άστρα φωτίζουν την πορεία…
Η ζωή είναι μια γεωμετρία…
Χάρακας… Διαβήτης…
Χάρακας… Διαβήτης…

Monday, June 23, 2008


Κάθε μέρα που σε βλέπω,
Κοντά σου θέλω να βρεθώ.

Κάθε νύχτα που κοιμάμαι,
Πιο πολύ σε λαχταρώ.

Κάθε μέρα…
Κάθε νύχτα…

(Virgin Territory, 2007)

Μάτια, αστέρια και εξ’ αίφνης να σου ο ουρανός …

Έρμαιο, στα χείλη σου,
για ένα φιλί
Έρμαιο στα χεριά σου,
Για ένα άγγιγμα
Έρμαιο στα στήθη σου,
για ένα γα-lactisma*
Γδύσου Γυναικά δείξε μου,
Τα καλή σου
Γδύσου Γυναικά δείξε μου
Τη γύμνια σου

Γδύσου

(* lactation: 1668, "process of suckling an infant," from Fr. lactation, from L. lactationem (nom. lactatio) "a suckling," from L. lactatus, pp. of lactare "suckle," from lac (gen. lactis) "milk," from PIE base *glact- (cf. Gk. gala, gen. galaktos "milk"). Meaning "process of secreting milk from the breasts" first recorded 1857; lactate (v.) in this sense is a back-formation from 1889. Lactic acid is from 1790; so called because it was obtained from sour milk. M.Ir. lacht, Welsh llaeth "milk" are loan words from Latin, Online Etymology Dictionary, © 2001 Douglas Harper)

Sunday, June 15, 2008


Κάθομαι, Στέκομαι, Περπατώ…Ψάχνω…Τα μάτια μου αποζητούν την μορφή σου…Κλείνω τα μάτια μου και τυφλός τώρα, ψηλαφίζω τον αέρα γύρω μου μήπως και σε βρω κρυμμένη στα μόρια του… Και τότε σαν οπτασία, μια παραίσθηση, μπροστά μου η μορφή σου στα χέρια μου δίνεται για να την ψηλαφίσω…

Tρέμω ολόκληρος καθώς αγγίζω τα μαλλιά σου, τα χαϊδεύω, και σκύβω να τα μυρίσω… Το πρόσωπο μου ακουμπάει στο δικό σου και τα χέρια μου ψηλαφίζουν πρώτα τα μάτια σου και σιγά, σιγά κατεβαίνουν… Αγγίζουν τα μάγουλα σου και σταματούν στα χείλη σου… Τόσο κόκκινα, τόσο απαλά… Το χνώτο σου μου ζεσταίνει την δάχτυλα και αυτά προχωρούν παρακάτω… Αγγίζουν τον λευκό σου λαιμό… Ακολουθούν τον ένα ώμο μέχρι τον άλλο… Περνούν ανάμεσα από τα στήθη σου, διαγράφουν τις καμπύλες τους, αγγίζουν τις κορφές τους και συνεχίζουν στη μέση σου… Σε φέρνω κοντά μου! Σ’ αγκαλιάζω σφιχτά!... Νοιώθω το κορμί σου να αφήνει τα ανεξίτηλα σημάδια επάνω μου… Η πνοή σου βαριά στο λαιμό μου, διαπερνά σαν ηλεκτρισμός την σάρκα μου… Τα χείλη μου σε φιλούν στο πρόσωπο, ψάχνουν απεγνωσμένα να συναρτήσουν τα χείλη σου… Και… Ξάφνου!... Τα χείλη σου διαλύονται…Σε φιλώ και ο αέρας στεγνώνει τα χείλια μου… Τα μάτια μου πλημμυρίζουν με φως έξω απ’ το δικό σου… Και αίφνης ανοίγω τα βλέφαρα μου… Και πάλι… Σε ψάχνω…